Ένας εξόριστος Βενετός στην Αμμόχωστο

18/01/2016
Η Αμμόχωστος, όπως πληροφορούμαστε από τις πηγές, αναφέρεται κατά τη Βενετοκρατία και ως τόπος εξορίας Βενετών πολιτών που είχαν καταδικαστεί. Από ανέκδοτο αρχειακό υλικό μάς γίνεται γνωστό ότι κατά τις πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα είχαν εξοριστεί κατά καιρούς στην Αμμόχωστο κάποιοι Βενετοί, που είχαν καταδικαστεί κυρίως για σοδομία ή και για δολοφονίες. Αξίζει να υπομνησθεί επίσης ότι εάν κάποιος κάτοικος Αμμοχώστου καταδικαζόταν τότε, δηλαδή κατά τα χρόνια της εδώ βενετικής κυριαρχίας εντός των ορίων της μεγαλονήσου, εξοριζόταν συνήθως στη «μακρινή» Πάφο ή ακόμη στο φρούριο της Κερύνειας και δεν είχε δικαίωμα να μετακινηθεί από εκεί εάν δεν τερματιζόταν η χρονική περίοδος της συγκεκριμένης ποινής.

Μια μακροσκελής επιστολή το 1567 ενός εξόριστου στο φρούριο της Αμμοχώστου μάς αποκαλύπτει την ιστορία του. Στην προκειμένη περίπτωση ο εξόριστος Βενετός με το όνομα Πέτρος Παύλος (Pietro Paulo) δηλώνει ότι είχε εξοριστεί το 1528 στο φρούριο της Αμμοχώστου από τις βενετικές αρχές, χωρίς να έχει διαπράξει κανένα παράπτωμα (senza mia colpa alcuna) και είχε δέκα δουκάτα μηνιαίο επίδομα για ένδυση και διατροφή. Όπως διαφαίνεται μάλλον θα ήταν ανήλικος και ορφανός και τον είχαν εκτοπίσει για σωφρονισμό. Τα χρήματα αυτά παραχωρούνταν στον εν λόγω εξόριστο από κάποιο κηδεμόνα έως την ενηλικίωσή του γιατί, όπως σημειώσαμε πιο πάνω, ήταν ανήλικος.

Μετά από αίτημα του Πέτρου Παύλου το 1541, τα χρήματα αυτά παραχωρούνταν στον ίδιο. Επειδή μάλιστα είχε ζήσει ουσιαστικά έγκλειστος στο φρούριο της Αμμοχώστου για δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια επιθυμούσε διακαώς να εγκατασταθεί έξω στην πόλη. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο υπέβαλε εκ νέου αίτημα μέσω του τότε Βενετού καπιτάνου της Αμμοχώστου Νικολάου Ιουστινιάνη και τελικά έλαβε την άδεια να εγκατασταθεί στην πόλη, έξω από το φρούριο. Με την εγκατάστασή του στην πόλη ο Βενετός εξόριστος συνήψε γάμο, προφανώς με κάποια Κύπρια και απέκτησε οικογένεια πολυμελή, ώστε το χορήγημα που του παραχωρούσαν δεν αρκούσε για τη συντήρησή της. Στη συνέχεια το 1553 ζήτησε να του παραχωρηθεί μια αύξηση πέντε δουκάτων στον μισθό του και με ένα άλλο αίτημά του το 1557, όταν καπιτάνος Αμμοχώστου ήταν ο Πέτρος Navagiero, προσπάθησε εκ νέου να ενισχυθεί οικονομικά. Όπως ανέφερε στο αίτημά του είχε να θρέψει εκτός από τη σύζυγο και τον εαυτό του και τέσσερις θυγατέρες, ενώ το ενοίκιο της οικίας που διέμενε με την οικογένειά του ήταν πολύ μεγάλο (grosso fitto di casa). Δυστυχώς όμως, όπως με παράπονο σημείωνε στο αίτημά του, δεν υπήρχε κανείς για να τον βοηθήσει και δεν έλαβε ποτέ απάντηση στο αίτημά του.

Η προίκα της θυγατέρας
Επιπρόσθετα ένα άλλο γεγονός είχε επιβαρύνει περισσότερο την άσχημη οικονομική κατάσταση του άτυχου Βενετού Πέτρου Παύλου. Είχε παντρέψει μία από τις θυγατέρες του με τον Μιχαήλ Μουζάκη, ελαφρό ιππέα (stradioto) και με ένα ποσό προίκας που του είχε υποσχεθεί. Στη συνέχεια όμως βρέθηκε σε δυσχερέστατη θέση επειδή ο γαμπρός του Μιχαήλ Μουζάκης πέθανε λίγο μετά τον γάμο και έτσι αναγκάστηκε να εμπλακεί σε δικαστικές υποθέσεις με τους αδελφούς του γαμπρού του. Ενώ έπρεπε να του επιστραφεί ένα ποσό ανερχόμενο στα τριακόσια δουκάτα που είχε δώσει για προίκα στη θυγατέρα του, δεν έγινε κατορθωτό να τα εισπράξει γιατί ίσχυε μια απόφαση της Γαληνοτάτης με την οποία δεν μπορούσε να εξαναγκαστεί κανένα μέλος του ελαφρού ιππικού να πληρώσει οποιοδήποτε χρέος. Για ένα ολόκληρο χρόνο έως τότε ο Πέτρος Παύλος αγωνίστηκε δικαστικώς για να πάρει πίσω ένα μέρος από την προίκα που έδωσε στη θυγατέρα του. Δυστυχώς ο νόμος δεν ήταν με το μέρος του, εφόσον δεν μπορούσε κανείς να εξαναγκάσει τους ελαφρούς ιππείς (stradioti) να καταβάλουν οποιοδήποτε χρέος.

Η όλη κατάσταση είχε φέρει τον άτυχο Πέτρο Παύλο σε τέτοιο σημείο ώστε να οφείλει ένα μεγάλο ποσό στους δανειστές του, και με τον ελάχιστο μισθό που είχε έπρεπε να θρέψει δώδεκα άτομα γιατί, όπως φαίνεται, εκτός από τις τέσσερις θυγατέρες θα είχε και έξι γιους. Επίσης ήταν αναγκασμένος για την εξασφάλιση στέγης να καταβάλλει μεγάλο ενοίκιο για την κατοικία όπου διέμενε με την οικογένειά του και όλα αυτά τον οδηγούσαν σε απόγνωση και δεν γνώριζε τι πραγματικά έπρεπε να πράξει. Τα γεγονότα αυτά τον είχαν αναγκάσει να στείλει τον γαμπρό του, Βαρθολομαίο, του οποίου το επάγγελμα ήταν γιατρός (medico), με εντολή να εμφανιστεί ενώπιον των βενετικών αρχών και να ζητήσει μια λύση στα όσα βίωνε ο Πέτρος με την πολυμελή οικογένειά του. ίσως με αυτόν τον τρόπο ο για χρόνια Βενετός εξόριστος στην Κύπρο θα πετύχαινε με τη βοήθεια του γαμπρού του οικονομική ενίσχυση ώστε να εξασφαλίσει τα προς το ζην για τον ίδιο και για την οικογένειά του. Το χρέος του ανήλθε στα τετρακόσια και ίσως περισσότερα δουκάτα και οι δανειστές του προσπαθούσαν καθημερινά να του αφαιρέσουν τον μισθό, αν και σύμφωνα με τους κανονισμούς δεν είχαν κανένα δικαίωμα να πράξουν κάτι τέτοιο. Εκλιπαρούσε τις βενετικές αρχές να εγκρίνουν με εντολή τους κάποια χρηματική ενίσχυση (sovventione) και να γνωστοποιήσουν το γεγονός αυτό στους διοικητές της Αμμοχώστου. Εάν δε του παραχωρούσαν την οικονομική αυτή στήριξη, έγραφε απελπισμένος στο αίτημά του ο Πέτρος Παύλος, θα καταντούσε αναγκαστικά επαίτης ζητώντας ελεημοσύνη για τον επιούσιο άρτο της οικογένειάς του. Εξακολουθούσε, όπως σημείωνε, να πιστεύει ότι όπως και στο παρελθόν η Γαληνοτάτη θα ανταποκρινόταν στο αίτημα του πιστού υπηρέτη της, ο οποίος νυχθημερόν θα προσευχόταν για τη διαιώνιση του γοήτρου και την επέκταση και ενδυνάμωση της βενετικής επικράτειας.

Επιστολή του γενικού προνοητή
Ο Πέτρος Παύλος έσπευσε να συναντήσει και τον γενικό προνοητή και σύνδικο Κύπρου Φραγκίσκο Barbaro, όταν αυτός είχε μεταβεί στην Αμμόχωστο για να επιθεωρήσει τα οχυρωματικά έργα που εκτελούνταν στην πόλη καθώς και τα στρατιωτικά σώματα. Παρεμπιπτόντως αναφέρουμε ότι πρόκειται για τον προνοητή του οποίου το όνομα φέρει ένας προμαχώνας της οχύρωσης της Λευκωσίας. Με δάκρυα στα μάτια, γράφει ο Barbaro σε σχετική επιστολή του, του εξήγησε με λεπτομέρειες τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο δυστυχής Πέτρος. Όχι μόνο είχε τέσσερις θυγατέρες να παντρέψει χωρίς να έχει τη δυνατότητα να τους προσφέρει κάτι, αλλά ταυτόχρονα είχε και αβάστακτα χρέη να καταβάλει. Ο γενικός προνοητής σημείωνε επίσης ότι τα όσα του είχε αναφέρει, όπως είχε διαπιστώσει, ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και όντως ζούσε με την οικογένειά του μέσα στη φτώχεια και τη δυστυχία. Ο Barbaro επίσης έκανε μνεία και στα προηγούμενα χρόνια που λόγω φυσικών φαινομένων η παραγωγή σιτηρών και αγροτικών προϊόντων ήταν μηδαμινή, γεγονός που οδήγησε σε σιτοδεία από την οποία υπέφεραν τα αγροτικά και γενικά τα χαμηλά στρώματα της Κύπρου.

Ο γενικός προνοητής θεώρησε πρέπον μετά τη συνάντηση που είχε με τον Πέτρο Παύλο να αποστείλει μία συνοδευτική επιστολή μαζί με το αίτημα του δύστυχου Βενετού στις βενετικές αρχές και με συστάσεις δικές του φρόντισε όπως εισακουσθεί. Ο προνοητής Φραγκίσκος Barbaro συνέταξε την επιστολή αυτή στη Λευκωσία και φέρει ημερομηνία 10 Αυγούστου 1567. Πιστοποιούσε ως αξιωματούχος του κράτους τη δεινή οικονομική κατάσταση του εξόριστου Βενετού και κυρίως έδειχνε ενδιαφέρον για τις τέσσερις θυγατέρες του. Εάν ενισχυόταν οικονομικά ο Πέτρος Παύλος θα μπορούσε να στηρίξει, κατά τα γραφόμενά του, την οικογένειά του και ιδιαίτερα τις τέσσερις θυγατέρες του, ώστε να μην καταστραφούν (non vadino a male). Η οικονομική ενίσχυση του δύστυχου αυτού Βενετού, κατά τον Barbaro, δεν θα ήταν μόνο μια πράξη ευσπλαχνίας προς τον Παντοδύναμο αλλά και έπαινος στη Γαληνοτάτη για την ενδυνάμωση της οποίας θα προσευχόταν ο Πέτρος Παύλος στον Ύψιστο.

Ο Βενετός εξόριστος, βέβαια, είχε τη δυνατότητα να απευθυνθεί στους διοικητές της Κύπρου ή στις βενετικές αρχές στη μητρόπολη, γιατί γνώριζε γράμματα ή δυο ανθρώπους της εξουσίας κι ακόμη ζούσε σε μια πόλη. Αλήθεια, όμως, πόσο εύκολο ήταν τότε για έναν αγρότη, έναν πάροικο, έναν φραγκομάτο, έναν μίσθαργο της Κύπρου, που ζούσε ελεεινά σ’ ένα χωριό ή σ’ ένα απομακρυσμένο χωριουδάκι, να πετύχει ενίσχυση γιατί πέθαινε της πείνας αυτός και τα παιδιά του;

Νάσα Παταπίου

Read More

Αμόχουστος

(Δηλαδή η Αμόχουστος κρατά από τη θεμελίωση του κόσμου, από τότε που κτίστηκε η κιβωτός του Νώε κι’ από τότε που δείχτηκε ο έρωτας κι’ η πικραμένη αγάπη, από τότε δηλαδή που φύτρωσε η ζωή πάνω στον πλανήτη μας.)

Κατά την εποχή της Ενετοκρατίας ήρθαν και Εβραίοι κι’ εγκαταστάθηκαν στην Αμμόχωστο, και όπως μας πληροφορεί ο Εβραίος Ηλίας από το Pesaro, που εγκαταστάθηκε κι’ αυτός στην Αμμόχωστο στα 1563, υπήρχε στην πόλη μια μεγάλη κι’ ωραία Συναγωγή, που τη στήριζαν 25 Εβραϊκές οικογένειες. «Πουθενά αλλού της Κύπρου δεν υπάρχουν Εβραίοι» γράφει. Εκείνο που του έκαμε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το ψωμί «που δεν είδε ποτέ του τόσο καλό ψωμί, όσο αυτό της Αμμοχώστου, αλλά ήταν ακριβό». Βέβαια τα ολοσίταρα ψωμιά της Μεσαριάς ήταν περίφημα από τα αρχαία χρόνια κι’ οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές, όπως ο Εύβουλος, τα εξυμνούν: «Μα είναι φοβερό να δης και να τα προσπεράσεις της Κύπρου τα ψωμιά και καβαλλάρης να’σαι», γράφει.
Αλλά ο Ιταλός μοναχός Ιάκωβος de Verona μας δίνει πληροφορίες και για την υπόγεια εκκλησία της Παναγίας της Χρυσοσπηλιώτισσας, που βρίσκεται στο Κάτω Βαρόσι. Οι Λατίνοι την αναφέρουν ως Sancta Maria della Cava.

Εκεί τέλεσε τη θεία λειτουργία, γράφει, «και όλοι, έμποροι και προσκυνητές, ναύτες και το πλήρωμα του πλοία εκκλησιάστηκαν και πρόσφεραν μια μεγάλη λαμπάδα στην παναγία, που της είχαν κάμει τάμα, όταν βρέθηκαν σε κίνδυνο στη θάλασσα. Η εκκλησία, λέει, είναι μια σπηλιά και κατεβαίνεις κάτω με 36 σκαλοπάτια. Εκεί μένουν συνεχώς τρεις παπάδες και λειτουργούν για το πλήθος των προσκυνητών».

Τη Χρυσοσπηλιώτισσα την αναφέρει κι’ ένας άλλος Ιταλός ο Nivolai Martoni, που επισκέφθηκε την Αμμόχωςστο στα 1394. την αναφέρει σαν μιαν πολύ κομψή εκκλησία, στην οποία πηγάινει πολύς κόσμος, Λατίνοι και Έλληνες, για να προσευχηθούν».

Ένας άλλος περιηγητής ο Ολλανδός Cornelis van Bruyn, που επισκέφθηκε την Κύπρο στα 1683, κάτι περισσότερο από 100 χρόνια μετά την τουρκική κατάκτηση, γράφει πως ταξιδεύοντας από τη Λάρνακα στην Αμμόχωστο έφτασε σε ένα χωριό που το έλεγαν Σπηλιώτισσα, κι’ ότι εκεί υπήρχε μια υπόγεια εκκλησιά με το ίδιο όνομα, κι ότι τον πήραν εκεί οι Έλληνες για να τη δεί. «Εκεί κατεβαίνεις κάτω με 24 σκαλοπάτια», γράφει. «Η εκκλησιά είναι λαξευμένη σε βράχο κι’ έχει ένα πηγάδι κι’ ένα θάλαμο, όπου υπάρχουν ίχνη αρχαίων ζωγραφιών.

Το χωριό Σπηλιώτισσα, βέβαια, δεν είναι άλλο από το σημερινό Κάτω Βαρόσι, που στα 1683 λεγόταν, φαίνεται, Σπηλιώτισσα. Το πηγάδι είναι το αγίασμα αλλά τα σκαλοπάτια κατά τον Ban Bruyn ήταν τώρα 24 αντί 36 που μας είπε ο Ιταλός μοναχός de Verona. Φαίνεται πως στο διάστημα 350 χρόνων τόσα θα έμεινα, εκτός αν ένας από τους δυο δεν τα μέτρησε καλά.

Ο Λεόντιος Μαχαιράς δεν αναφέρει τη Σπηλιώτισσα αλλά αποκλαλεί την πόρτα της στεριάς της Αμμοχώστου «Πόρταν της Κάβας» που είναι φανερό πως λεγόταν έτσι, γιατί έβλεπε προς το Κάτω Βαρόσι που ήταν η εκκλησιά της Κάβας δηλ. της Σπηλιάς.

Μετά το 1261 που η πόλις ʼκρα, το σπουδιαότερο οχυρό των Σταυροφόρων, έπεσε στα χέρια των Μαμελούκων Τούρκων, η Αμμόχωστος κατέκτησε όλη την εμπορική κίνηση της Μεσογείου, που ερχόταν από την Ανατολή προς τη Δύση κι’ ανέβηκε στην κορφή όλων των εμπορικών πόλεων αυτής της θαλάσσιας περιοχής.

Η Τύρος, η Αττάλεια και η Σμύρνη δεν μπορούσαν να συγκριθούν μαζί της. Η Αμμόχωστος μοιραζόταν με την Κ/πολη και την Αλεξάνδρεια την αδιαφιλονίκητη υπεροχή στο εμπόριο που ερχόταν από την Ανατολή. Ούτε η Βενετία ούτε η Γένουα μπορούσαν να καυχιούνται πως είχαν πλουσιότερους εμπόρους, καλύτερες αγορές, περισσότερες ποσότητες προϊόντων απ’ όλες τες χώρες του τότε γνωστού κόσμου πιο πολλά πανδοχεία και πολυαριθμότερους ξένους, εμπόρους, προσκυνητές της Αγίας Γης και ταξιδιώτες που έρχονταν από μακρινές και διάφορες χώρες. Ήταν τότε ο χρυσός αιώνας της Αμμοχώστου.

Ένας Γερμανός παπάς, ο Ludolf από το Suchen της Βεστφαλίας, που επισκέφθηκε την Αμμόχωστο γύρω στα 1336 γράφει: «Η Αμμόχωστος είναι το λιμάνι όλης αυτής της θάλασσας και του βασιλείου και τόπος συνάντησης εμπόρων και προσκυνητών. Είναι η πιο πλούσια απ’ όλες τες πόλεις και οι πολίτες της είναι οι πλουσιώτεροι των ανθρώπων. Ένας πολίτης κάποτε αρραβώνιασε την κόρη του και τα κοσμήματα που είχε στο κάλυμμα της κεφαλής της εκτιμήθηκαν από τους Γάλλους ιππότες, που ήρθαν μαζί μας, σαν πιο πολύτιμα απ’ όλα τα κοσμήματα της βασίλισσας της Γαλλίας. Κάποιος έμπορος αυτής της πόλης πούλησε στον Σουλτάνο μια βασιλική σφαίρα από χρυσάφι, που είχε πάνω της τέσσερεις πολύτιμες πέτρες, ένα ρουμπίνι, ένα σμαράγδι, ένα ζαφείρι κι’ ένα μαργαριτάρι, για εξήντα χιλιάδες φλορίνια και κατόπι ζήτησε ν’ αγοράσει πίσω εκείνη της σφάιρα για εκατό χιλιάδες φλορίνια και δεν του την έδωσαν».

Αυτά που λέει ο Γερμανός παπάς επιβεβαιώνονται από τον δικό μας τον Λεόντιο Μαχαιρά, που γράφει: «Εις την Αμόχουστον ήτον πλήθος του πλούτου, ούλοι άρχοντες, πλούσιοι, ως γοιόν ήτον ο σιρ Φρασές ο Λαχανεστούρης και ο αδελφός του ο σιρ Νικόλ ο Λαχανεστούρης. Και δεν ημπορώ να γράψω την πλουσιότηταν την είχαν, διατί τα καραβία τους χριστιανούς δεν ετολμούσαν απού έρχουνταν από την Δύσην να πραματευθούν αλλού, παρά εις την Κύπρον. Και όλες οι τραφίκες (=συναλλαγές, εμπόριο) της Σουρίγιας εις την Κύπρον εγίνουνταν. Διατί ήτζου ήσαν ωρισμένοι και διαφεντεμένοι (προσταγμένοι) από τον αγιώτατον πάπαν απάνω εις αφορισμόν, να έχουν το κέρδος οι πτωχοί οι Κυπριώτες, διατί είναι απλικεμένοι (=εγκατεστημένοι) απάνω εις μιαν πέτραν εις την θάλασσαν, και από τη μίαν μερίαν είναι οι εχθροί του θεού, οι Σαρακηνοί, και από την άλλην οι Τούρκοι. Και διατί είναι κοντά η Συργιά εις την Αμόχουστον επέμπαν τα καραβία τους και εκουβαλούσαν τα πράματα εις την Αμόχουστον και είχαν κουμέσους smile emoticon πράκτορες) και επουλούσαν τες, τον Φρασές τον Λαχανεστούρην και τον αδελφόν του. Και άνταν νάρταν τα ξύλα (=καράβια) της Βενετίας, της Γενούβας, της Φλουρέντζας, της Πίζας, της Καταλωνίας και ούλης της Δύσης, εύρισκαν τας σπετζίας (μπαχαρικά) και εί τι χρήζουνταν, εφορτώνναν και επηγαίνναν εις την Δύσιν. Και δια τούτο ήσαν πλούσιοι οι Αμοχουστιανοί και εφθονίστην ο τόπος ότι ερημάστην και το πλούτος εστράφην εις τους Σαρακηνούς». Εννοεί την Γενουατική κατάληψη της Αμμοχώστου, που κράτησε σχεδόν ένα αιών από το 1373 ως το 1464.

Και συνεχίζει ο Μαχαιράς: «Και να σας ειπώ μερτικόν απέ την αρχοντίαν την είχεν ο σιρ Φρασές Ουλαχά. Και εις πολλά καλέσματα, τα εποίκεν του ρε Πιέρ (=του ρήγα Πέτρου) εις την Αμόχουστον, εποίκεν του έναν κάλεσμαν και όλους τους αφέντες και τους καβαλλάρηδες. Αληθώς ότι ούλοι οι Συριανοί της Αμοχούστου τον αυτόν τρόπον επολομούσαν (=έκαμναν) με τους καβαλλάρηδες, αμμέ ο αυτός ο σιρ Φρασές πολλά εξαίσια και με τον ρήγαν πολλές φορές. Μιαν φοράν ήρτεν έσσω του τον Γεννάρην, οι ποίος σιρ Φρασές απέ την χαράν του και να δείξει την αρχοντιάν του, έβαλεν ξυλαλάν γ’, δ’ γομάρια σαντίς ξύλα και εμαγείρεψαν τα φαγητά».

Ανοίγω μια παρένθεση εδώ για να εξηγήσω τι είναι ο ξυλαλάς και ποια σημασία πρέπει να δοθεί στη χειρονομία αυτή του Λαχανεστούρη. Ο ξυλαλάς είναι η ξυλαλόη από το ξύλο της οποίας έβγαινε το πολύτιμο μύρο η αλόη, που αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη: «Ήλθε δε και Νικόδημος φέρων μείγμα σμύρνης και αλόης… και έδησαν το σώμα του Ιησού μετά των αρωμάτων».

Ο ξυλαλάς λοιπόν ήταν ξύλο αρωματικό πανάκριβο, που το έφερναν από τις Ινδίες και που το είχαν σε μεγάλη εκτίμηση. Στα Εκατόλ λόγια αναφέρεται πως ο ερωτευμένος νέος:

Εξώδκιασεν στημ πόρταν της εννιά πύρκους λουβάριν
Τζι’ εξηνταπέντε ξυλαλάν τζι’ εφτά μαρκαριτάριν
Τζιαι λόομ που το στόμαν της δεν ημπορεί να πάρει.

Επανέρχομαι όμως στον Μαχαιράν που συνεχίζει την ιστορία του με τον Λαχανεστούρη: «Και άνταν εδείπνησεν ο ρήγας με τους παρούνηδες smile emoticon βαρώνους) και ούλους τους αφέντες, εκάτζαν χαμηλά και επαίζαν το ζάριν. Και εθέλησε να τους δείξει έναν μερτικον ου θησαυρού του. Και ώρισεν και εφέραν μίαν μεγάλην σανίαν, οπού την εβαστάξαν δ’ ανομάτοι, γεμάτην μαργαριτάριν χοντρόν και πέτρες ατίμητες, και ίχια μέσα δ’ λυχνάρια, τουτέστιν ακαρπάγκουλα (πολύτιμες πέτρες με λαμπερό χρώμα σαν τη φωτιά). Και εχένωσεν εις την γωνίαν του σπιτίου, εχένωσεν δουκάτα, ως γοιόν νάχεν είσταιν σιτάριν. Και εις τες άλλες γωνίες γροχία και σεραφία.»

«Ήτον χειμώνας και εις την τζιμνίαν κορμία ξυλαλάς και κανουνία αργυρά (=καπνοδόχος ασημένια). Και ξυλαλάν επυρώννουνταν». Ζεσταίνονταν δηλ. με ξυλαλάν για να γεμίζει το σπίτι με άρωμα. «Και άπλωσεν πευκία μεταξωτά π΄ (ογδόντα) και εις μερτικόν εκάθουνταν». Φαντασθήτε τι κάμαρα θα ήταν και πόσα πεύκια άπλωσε για να κάθουνται τόσοι άνθρωποι στο ένα μέρος των πευκιών μονάχα. «Και ήσαν σκεπασμένα τα δουκάτα και οι μονέδες. Και τότες ώρισεν και εσβήσαν τες φωτιές και την σανίαν έβαλέν την ίχια μέσα και αποσκέπασέν την και εφέγγαν τα λυχνάρια (=οι πολύτιμες πέτρες, τα «ακαρπάγκουλα») ως γοιόν τα κάρβουνα τα απτούμενα». Και πολλοί από τους καβαλλάρηδες αχόρταγοι και πτωχοί εβάλαν τα χέρια τους και πασαείς επίασεν αππόθεν του φάνην και επήραν του μιαν μεγάλην καντιτάν (=ποσότητα). Και ό,τι του πήραν δεν του εφάνην τίπότες».

«Ο ποίος επολόμαν (=έκαμνε) κατά την πίστιν του πολλά ψυσικά», συνεχίζει ο Μαχαιράς, και «έκτισεν και την εκκλησίαν τους Νεστούρηδες απού γης».

Ο Μαχαιράς μας διηγείται ακόμα ένα χαριτωμένο επεισόδιο με τον Λαχανεστούρην που αξίζει να το διηγηθούμε. «Εις τους ατνθ smile emoticon 1539) ήρτεν εις την Αμμόχουστον ενείς Κατελάνος με έναν καράβιν δικόν του και ήτον κουρσάρης. Και έφερεν μετά του μίαν πέτραν πρετζιούζαν smile emoticon πολύτιμη) γροικώντα την πλουσιότηταν της Κύπρου, δια να την πουλήση. Και τινάς δεν επήγεν να την αγοράση. Και εδυσφάμιασεν (εδυσφήμισε) την Κύπρον. Και επήγαν και είπαν το του Λαχανεστούρη. Και εβγήκεν και επήγεν εις το καράβιν και εσύντυχεν με τον καραβοκύρην και λαλεί του. «δείξε μου την τζόγιαν (Ιτ. Gioia = πολύτιμη πέτρα), όπου έφερες να πουλήσεις. Και είπαν μου πως εριφούτιασες smile emoticon εδυσφήμισες) τους κυπριώτες και εγώ είμαι ο περίτου πτωχός και ήρτα να την αγοράσω». Και θωρώντα τον ο καραβοκύρης με τα παπούγκια του τα κατζούφτερνα ( = παπούτσια με καθισμένρς τις φτέρνες τους) είπεν του «άμε στο καλόν και είναι αντροπή να συντύχω μετά σου». Και ο Λαχανεστούρης λαλεί του «λαλώ σου, δείξε μου την». Και βιγλίζει (δικλά, κοιτάζει) ο καραβοκύρης και θωρεί τον πως εφόρεν δ’ δακτυλίδια πρετζιόζα. Δείχνει του την πέτραν και σάζουνται δια δ’ χιλιάδες δουκάτα. Και εβγάλλει τα δακτυλίδια και διδεί του τα δια αραβώναν ( = καπάρο) και λαλεί του «δός μου την πέτραν κι’ έλα μιτά μου να σε πλερώσω». Και παίρνει την πέτραν και πάσιν έσσω του. Και λαλεί του «κάτσε να φάμεν». Και ήτον Τετράδη και πέμπει και αγοράζει κουκκία. Και πγιάννει την πέτραν και βάλλει την εις το γδιν και κοπανίζει την. Θωρώντα τον ο καραβοκύρης πως ετσάκκισεν την πέτραν, ήθελεν να τον σκοτώσει. Λαλεί του, «αδελφέ, δεν την αγόρασα; Κάτσε να φάμεν και αν δεν σε κουσεντιάσω ( = ικανοποιήσω) έχεις δίκαιον να παραπονηθείς». Και μοναύτα εποίκεν την πέτραν ως σγοιόν αρτύματα και έβαλέν την εις τα κουκκία και εφάγαν. Και όσον εφάγαν, επήρεν τον εις τα μαχαζένια. Και θωρώντα τόσον πλήθος ασήμιν, χρυσάφιν, σπέτζιες, είπεν του «δε, απόθεν έχεις απλαζίριν ( = ευχαρίστηση) να σε πλερώσω;» θωρώντα έμεινες πολλά σπαβεντιασμένος ( = θαμπωμένος ) ο καραβοκύρης … και εσάστην και επούλησεν του και το καράβιν για ς΄ χιλιάδες δουκάτα».

Για τα πλούτη της Αμμοχώστου τα ίδια λέει κι’ ο ανώνυμος ʼγγλος, που επισκέφθηκε την Αμμόχωστο στα 1344: «Εκεί στην Αμμόχωστο, λέει, διαμένουν έμποροι από τη Βενετία, τη Γένουα, την Καταλωνία και Σαρακηνοί από τις χώρες του Σουλτάνου…, που ζουν όπως οι κόμητες και οι βαρώνοι. Έχουν άφθονο χρυσάφι κι’ ασήμι. Όλα τα πολύτιμα πράγματα του κόσμου μπορεί να βρίσκουνται στα χέρια τους».

Μ’ αυτά τα τεράστια πλούτη, μ’ αυτήν την πληθωρική εμπορική κίνηση, μ’ αυτά τα πελώρια τείχη με τους πανίσχυρους προμαχώνες, η Αμμόχωστος φάνταζε στα μάτια όλων όσοι την έβλεπαν σαν μια πολιτεία απόρθητη και πανάρχαια, και σαν τέτοια πέρασε στους θρύλους του Κυπριακού λαού και τραγουδήθηκε στα Εκατόλ Λόγια της Αγάπης:

Παφής εχτίστ’ η Τζιβωτός τζιαι θεμελιώθην κόσμος
Τζι’ εχτίστην το τετράποδον οπού κρατεί τον κόσμον,
Εχτίστην τζι’ η Αγιά Σοφκιά, της Τζύπρου το ρηάτον,
Τζι’ εχτίστην τζι’ Αμόχουστος με το Κωνσταντινάτον,
Τότες εδείχτην έρωτας, εδείχτην το ζιννάπιν,
Εδείχτηκεν τζιαι το φιλίν τζι’ η πικραμμένη αγάπη.

Δηλαδή η Αμόχουστος κρατά από τη θεμελίωση του κόσμου, από τότε που κτίστηκε η κιβωτός του Νώε κι’ από τότε που δείχτηκε ο έρωτας κι’ η πικραμένη αγάπη, από τότε δηλαδή που φύτρωσε η ζωή πάνω στον πλανήτη μας.
Κυριάκος Χατζηιωάννου
( φωτο: προσωπικό αρχείο , 2013 )

Read More

Παναγιώτης Σέργης

Παναγιώτης Σέργης, 1929-2001

hist_045bΓεννήθηκε στο Τρίκωμο, φοίτησε στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη Σχολή Θεάτρου Αθήναιον. Επίσης σπούδασε παιδαγωγικά στο Χάρβαρντ και στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου με ειδίκευση στο Δράμα ως εκπαιδευτικό μέσο.

Το 1953 διορίστηκε στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου όπου υπηρέτησε ως καθηγητής , βοηθός Γυμνασιάρχης και βοηθός Διευθυντής.

Το 1966 διορίστηκε Μορφωτικός Λειτουργός στο Υπουργείο Παιδείας. Απο το 1968 διήυθηνε τη Μορφωτική Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας , κι απο τη θέση αυτή εργάστηκε για τη διαμόρφωση και εφαρμογή της Πολιτιστικής Πολιτικής του Υπουργείου συμπεριλαμβανομένης της ίδρυσης και θεμελίωσης του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου . Διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τραπέζης Κύπρου , γραμματέας του Ταμείου Μουσικής και Καλών Τεχνών.

hist_045dΣημαντική ηταν η δραστηριότητα του στη σκηνοθεσία αρχαίων τραγωδιών και άλλων θεατρικών έργων.

Ιδιαίτερη σημασία στη σκηνοθετική του εργασία με τους μαθητές και τις μαθήτριες των Γυμνασίων Αμμοχώστου είχε το ανέβασμα για πρώτη φορα στο Νεοελληνικό ιστορικό χώρο της τραγωδίας του Ευριπίδη << Ικέτιδες>> ( 1960) , και η αναβίωση της Τραγωδίας στο Αρχαίο Θέατρο της Σαλαμίνας , για πρώτη φορά μετά την αποκάλυψη του με τον << Οιδίποδα Τύρρανο >> του Σοφοκλή. ( 1962) στενοί του φίλοι απο την εποχή των σπουδών του ήταν ο Άγγελος Σικελιανός κι ο σκηνοθέτης Σωκράτης Καραντινός. Ο Παναγιώτης Σέργης έζησε απο κοντά τον Σικελιανό στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια της Ελλάδος καθως και
την αρρώστεια και τον θανάτου του το 1951. Η γνωριμία μαζι του ηταν καθοριστική για την πνευματική του εξέλιξη και μετέδωσε το έργο του απο τη δεκαετία του 1950 στους μαθητές του στην Αμμόχωστο κι έκανε πολλές ομιλίες για το έργο του .
hist_045ehist_045fhist_045c

Read More

Κατακλυσμός

Το σπουδαιότερο και μεγαλύτερο λαϊκό πανηγύρι της Αμμοχώστου , που γινόταν στη μαγευτική παραλία του Φαλήρου , συνήθως στην τοποθεσία Γλώσσα , ήταν αυτό του Κατακλυσμού. Η σημαντική αυτή ψυχαγωγική εκδήλωση έδινε στους Βαρωσιωτες και τους κατοίκους των γύρω χωριών την ευκαιρία να διασκεδάσουν και να ξεφύγουν απο τα βάςανα της βίοπάλης και την κούραση της καθημερινότητας .

Οι πιο τολμηροί πλήρωναν ένα μικρό αντίτιμο , συνήθως μερικά γρόσια , για μια βόλτα στη θάλασσα με κάποια απο τις ψαρόβαρκες που ήταν σημαιοστολισμένες και ειδικά διακοσμημένες με χρωματιστά φανάρια για την περίσταση. Καθώς ήταν φωταγωγημένες και έπλεαν σε μικρή απόσταση απο την ακτή , συνοδεία καντάδων και της υπέροχης μελωδίας των μαντολίνων προσέφεραν υπέροχο θέαμα ήχου και φωτός στους πανηγύριώτες.

Το Δημαρχείο Βαρωσίων διοργάνωνε διάφορες εκδηλωσεις στις οποίες μετείχαν λαϊκοί ποιητές , μουσικοί , και χορευτές απο όλη την Κύπρο που διαγωνίζονταν σε ποιητικούς και χορευτικούς αγώνες . Μια πολυμελής κριτική επιτροπή απένειμε βραβεία για απαγγελίες ερωτικών διστίχων και τσιαττισμάτων , για παραδοσιακά και δημοτικά τραγούδια , για ελληνικούς και κυπριακούς και χορούς καθώς και στους καλύτερους οργανοπαίχτες . Την προσοχή του κόσμου τραβούσε ιδιαίτερα ο διαγωνισμός του < πιδκιαυλιού > ,( αυλού) , ο χορός της τατσιάς ( κρισάρας) , και ο γραφικός αλλα ριψοκίνδυνος χορός του δρεπανιού .

Σε όλη την διάρκεια της Αγγλοκρατίας και τα πρώτα χρόνια της Ανεξαρτησίας διοργανώνονταν ναυτικοί αγώνες και διάφορα θαλάσσια αγωνίσματα ,όπως κολύμβηση,ιστιοδρομίες , λεμβοδρομίες , κωπηλασία ερασιτεχνών και ψαράδων , καθώς και ο πιο δημοφιλής ο ολισθηρός ιστός . Στο άθλημα αυτό οι διαγωνιζόμενοι προσπαθούσαν να πιάσουν μια μικρή ελληνική σημαία που βρισκόταν στην άκρη ενός μεγάλου καταρτιού , το οποίο προηγουμένως είχαν αλείψει με λίπος ή γράσο .

Read More

Καρπασία

hist_043bΗ Καρπασια ειναι, θεωρω, ενας απο τους πλεον αξιολογους χωρους που εχω περπατησει – και εχω ταξιδευσει στις περισσοτερες χωρες του κοσμου. Ειναι ενας χωρος πολυπαθος, καθως προκειται για μια στενη λωριδα γης που με περισση τολμη εισχωρει βαθια στη θαλασσα.

Δεν υπαρχει εκτενης ενδοχωρα και ουσιαστικα ολες της οι περιοχες ησαν βατες σε επιδρομεις. απο την αλλη, στον στενο αυτο χωρο συνωθουνται αναγκαστικα εκατονταδες μνημεια και αρχαιολογικοι χωροι που εκπροσωπουν ολες ανεξαιρετα τις περιοδους της μακρας ιστοριας της Κυπρου, απο το 7000 π.Χ. και εξης, σε μια εκπληκτικη και ευδιακριτη συνεχεια.

hist_043cΔεν γνωριζω αλλον χωρο, πουθενα, οπου περπατωντας τον μπορεις να σκουντουφλησεις σε αρχαια αγαλματα, να βαδισεις πανω σε χιλιαδες θραυσματα αρχαιων αγγειων, να φθασεις σε ναους διαφορων εποχων, να εισελθεις σε ταπεινα μοναστηρια, να θαυμασεις τοιχογραφιες αυστηρων αγιων, να συναντησεις λαξευμενους αρχαιους ταφους, να σταθεις μπροστα σε ασκητηρια, να ξεχωρισεις κατω απο το διαφανο νερο ιχνη αρχαιων λιμανιων, να καθισεις να ξαποστασεις πανω σε πεσμενους αρχαιους κιονες, να βρεις ζωα να βοσκουν ελευθερα, να μελετησεις την τοσο ενδιαφερουσα χλωριδα.

Και ολα αυτα σε μια μονο μικρη περιοχη, τη χερσονησο της Καρπασιας. Ενα εκπληκτικο χωρο που αποπνεει πνευματικοτητα, που σε αναγκαζει να σηκωσεις το κεφαλι και να κοιταξεις ψηλα.

Αντρου Παυλίδη

Read More

Αμμόχωστα Όνειρα

16 Φεβρουαρίου 2014

Υπάρχω. Πριν από τον πόλεμο και μετά, υπάρχω. Ένα παιδί που είδε πολλά, βίωσε περισσότερα, ένα παιδί μεσήλικο. Απλώνομαι, κρύβομαι, μαζεύομαι σ’ ένα όστρακο που μεταφέρω συνέχεια. Κουβαλώ καλύτερα. Είναι η ταυτότητά μου. Είμαι και δεν είμαι: Ελληνίδα, Κυπραία, Ελληνοκύπρια, Ευρωπαία, γυναίκα. Τι είμαι; Η συνείδησή μου κακοποιήθηκε, την εγκλώβισαν εμπνευσμένοι ή και ανίδεοι δάσκαλοι σε σκοτεινά δωμάτια με άχρωμα συνθήματα που μεταμφίεζαν με το χρώμα του ουρανού ή και του ήλιου ανάλογα με τις τάσεις, τις εγκυκλίους, τα ψηφίσματα. Τόση πλάνη…

Τα τελευταία γεγονότα με τις απάτες των τραπεζικών, των πολιτικών και των πολιτικάντηδων με πνίγουν. Κι άλλη τόση πλάνη. Θέλαμε εδώ και χρόνια να γίνουμε Ευρωπαίοι. Το προσπαθούσαμε και δυσκολευόμαστε. Το μεσογειακό ταμπεραμέντο δύσκολα ρίχνει τις θερμοκρασίες του. Κι όμως να που μάθαμε μέσα σε μια νύχτα, να στεκόμαστε στην ουρά για την ανάληψη μετρητών, για λίγα τρόφιμα στο κοινωνικό παντοπωλείο, να στεκόμαστε για ώρες χωρίς να σπρώχνουμε, χωρίς να χαμογελάμε, χωρίς να φωνάζουμε. Και η μνήμη, πουλί αποδημητικό, τραβάει όπου θέλει, με πάει πίσω σε κάποια άλλα συσσίτια, σε άλλες ουρές, εκεί στους προσφυγικούς καταυλισμούς του 1974, στα αντίσκηνα, εκεί που έζησα ξανά παρόμοια και χειρότερα.

Θέλω να ξετυλίξω το κουβάρι, να ξαναδιαβάσω την ιστορία από την αρχή μου. Να δω ποια είμαι, πού ζω, ποια είναι η χώρα μου και ποιοι οι άνθρωποί της, ποιο είναι το μέλλον μας εδώ σ’ αυτό το Φάρο που αναβοσβήνει αιώνες τώρα, στο ακρωτήρι της Δύσης ή μήπως είναι στο ακρωτήρι της Ανατολής; Θα επιστρέψω στην πατρώα γη, στα κατεχόμενα. Το αποφασίζω αμέσως, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Δεν ξέρω γιατί αναδύθηκε αυτή τη στιγμή η ανάγκη τούτη. Θέλω να επιστρέψω έστω ως επισκέπτης, ως τουρίστας για την ακρίβεια. Να τραβήξω ενδεχομένως και μερικές φωτογραφίες για να τακτοποιήσω ξανά τις μνήμες και να έρθω σε επαφή με την αλήθεια. Να διαγράψω το παραμύθι. Όχι την ιστορία. Η ιστορία δεν διαγράφεται. Ούτε και ξαναγράφεται. Να γιατρέψω τις πληγές και να πιω ζωή από τις πηγές. Σάββατο πρωί θα είμαι εκεί. Χαίρομαι. Όχι, δεν χαίρομαι. Μπορεί και να χαίρομαι. Δεν ξέρω. Νομίζω περισσότερο λυπάμαι.

Επιστρέφω λοιπόν ως πρόσφυγας που λαμβάνει άδεια να μπει για λίγες ώρες σπίτι του για να το δει, να θρηνήσει, να συνειδητοποιήσει κι όμως να φύγει πάλι. Πορεύομαι προς το παρελθόν μου για να ξεκαθαρίσω το παρόν μου και να ονειρευτώ ελεύθερα το μέλλον μου. Επιστρέφω προσωρινά. Ταπεινά και πένθιμα πορεύομαι, όπως κάθε Μεγάλη Παρασκευή, όταν ακολουθώ την πομπή του Επιταφίου. Έτσι νιώθω. Ακολουθώ ένα άγιο σώμα που υπάρχει επειδή το πιστεύω, ένα σεπτό σώμα βασανισμένο, που όμως κάποτε θα αναστηθεί. Είμαι ήδη στο οδόφραγμα. Στην πράσινη γραμμή. Εκείνη που χωρίζει το νησί μου στα δύο. Στο Νότο και στο Βορρά. Ζω στο Νότο. Τα όνειρα και οι εφιάλτες μου όμως, πολλές φορές έρχονται από το Βορρά. Εκεί γεννήθηκα. Είναι όνειρα σκονισμένα, καπνισμένα, αμμόχωστα. Ίσως έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου, για να τα ερμηνεύσω, να ξεσκεπάσω το θαμμένο παρελθόν. Να το ξεσκονίσω σαν ξεχασμένο ιερό βιβλίο και να το ξαναδιαβάσω ή να το ξαναγράψω ή έστω να το χρωματίσω. Γιατί πρέπει να ομολογήσω πως τα αμμόχωστα όνειρά μου είναι μαυρόασπρα.

Ο ένστολος στέκεται απέναντι μου. Με κοιτάζει κατάματα, το ίδιο κι εγώ. Του δίνω την ταυτότητά μου, συνεννοούμαστε αμέσως. Ξέρει ποια είμαι, ξέρει τι θέλω, ίσως και να με κατανοεί ή να με συμπονά, ή απλώς κάνει τη δουλειά του. Μπορεί και να με μισεί. Είναι πάνω κάτω στην ηλικία μου. Θέλω να τον ρωτήσω από πού είναι μα δεν το κάνω. Δεν είναι ένας συμπατριώτης μου αυτή τη στιγμή, είναι ένας ένστολος και στέκεται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν μου. Αν συμπεριφερθώ ψύχραιμα, θα με αφήσει να περάσω. Με ξανακοιτάζει, μου επιστρέφει τα έγγραφα και μου επιτρέπει να περάσω απέναντι. Στο Βορρά. Περνώ. Κι αμέσως ξεκινά μια ταινία μαυρόασπρη, με ήχο και μυρωδιές. Από το ίδιο σημείο πέρασα στο Νότο πολλά χρόνια πριν με άλλους ανθρώπους, άλλα συναισθήματα, άλλες ελπίδες, άλλους φόβους. Στις 14 Αυγούστου, το 1974, κυνηγημένη από τις ερινύες που καταριούνται τη χώρα μου αιώνες τώρα. Οι ήχοι και οι μυρωδιές επιστρέφουν. Κι εγώ επιστρέφω στο σπίτι μου. Ανοίγω τα μάτια μου, τα μάτια της ψυχής μου, να μη χαθώ.

Κουβαλώ αυτά τα μάτια από τότε που θυμάμαι. Δεν είναι πίνακες, ούτε καθρέφτες. Είναι πηγάδια. Πηγάδια δίχως πυθμένα. ʼβυσσος η ματιά και κάπου ένα αντιφέγγισμα. Αυτά τα μάτια με οδηγούν ετούτο το πρωινό, ετούτο τ’ ανοιξιάτικο πρωινό τ’ Απρίλη. Ω! Πόσα χρόνια τ’ ονειρευόμουνα, πόσα βράδια το λαχταρούσα. Τα χέρια μου καρφωμένα στο τιμόνι. Η ψυχή μου καρφωμένη στη μνήμη. Το σώμα μου καρφωμένο στην ιστορία. Έχω μαζί μου συνεπιβάτες, συνοδοιπόρους τ’ αδέλφια μου και τα παιδιά μου. Είναι μαζί μου και δεν είναι. Δεν είμαι η μάνα τους τώρα, είμαι απλώς ένα κορίτσι που πάει σπίτι του, που έχει να πει τόσα πολλά κι όμως δε λέει τίποτα. Στόμα κλειστό, ερμητικά κλειστό να μην πληγώσει τη σιωπή, να μην πει κάτι λάθος, επιτρέπονται μόνο μικρές κραυγές χαράς, αυθόρμητες, άναρχες, άλογες. Είμαστε πέντε μικρά παιδιά που γυρίζουμε στο σπίτι μας. Γιατί ετούτο το πρωινό γίνομαι πάλι εφτά χρονών. Και τρέχω και πετώ και γελώ και φωνάζω και σιωπώ. Είμαι εφτά χρονών και δεν λογαριάζω κανέναν. Και σιωπώντας ουρλιάζω την αλήθεια μου. Κάνω βουτιές στη μνήμη, μακροβούτια στο τότε, μακροβούτια στο πριν. Κατάδυση στο παραμύθι μου; Είμαι ήδη στην Αμμόχωστο. Όχι στα όνειρα πια, τα αμμόχωστα. Στην Αμμόχωστο.

Ευτυχώς τα μάτια μου είναι πηγάδια χωρίς πυθμένα, επειδή είναι απύθμενη η χαρά μου. Δεν ακολουθώ πια τον επιτάφιο. Κρατώ λευκή αναμμένη λαμπάδα κι αφού είμαι εδώ, αφού υπάρχω εδώ έστω και στιγμιαία, είναι Ανάσταση. Ανοίγω το τζάμι του αυτοκινήτου μου να καταπιώ το γλυκόθερμο αέρα του τόπου μου. Να καταπιώ το γλυκόπικρο νόστο. Κι αφήνω την ψυχή μου να εξατμιστεί, να αναβλύσει, να γίνει δάκρυα ζεστά και να κυλήσει. Να κυλήσει και να κυλιστεί στο χώμα της πατρίδας μου. Δάκρυα φυλαγμένα τόσα χρόνια στο χρονοντούλαπο των ονείρων μου και της οργής μου.

Ο τόπος μου! Ο τόπος μου! Ο τόπος μου! Ο κάμπος της Μεσαορίας. Ο τόπος μου! Ναι, έτσι είναι, όπως τον έβλεπα τα βράδια στα όνειρά μου – κάθε βράδυ- από τα μικράτα μου. Όπως τον περιέγραφε ο παππούς, όπως τον έντυνε με παραμύθια η γιαγιά, όπως τον θρήνησε η μάνα μου. Ο τόπος μου! Αρχαίος τόπος, του Ομήρου. Ο κάμπος μας κατάσπαρτος, απλωμένος, ευλογημένος, ευάλωτος, ταπεινός όπως αυτούς που τον καλλιεργούσαν. Η θάλασσα. Η θάλασσα της Σαλαμίνας γαλανή, μυστήρια, απέραντη. Γνώριμη, αγαπημένη σαν μητέρα, πανίσχυρη, αρχαία θεότητα. «Θυμάσαι που μ’ αγκάλιαζες με τη δροσιά σου, θάλασσα των παιδικών μου ονείρων;» Ρουφώ με λαιμαργία τις αρχαίες εικόνες και μόνο αυτές είναι ο καημός κι ο θαυμασμός μου. Ο κάμπος, τα κυπαρίσσια, οι αμμουδιές, τα χωράφια, τα περβόλια, η θάλασσα, τα χαλίκια, ο ουρανός, τα βουνά. Όλα τ’ άλλα είναι μικροσκοπικά, ασήμαντα, προσωρινά, ψεύτικα, θνητά κι αυτά που βλέπουν τα απύθμενα μάτια μου είναι γιγάντια, αειθαλή, αληθινά. Είναι ο τόπος μου! Σταματώ τ’ αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Ρίχνομαι στο κατάσπαρτο μ’ αγριολούλουδα χωράφι κι αφήνω τη φύση να με χαϊδέψει. Τον ήλιο των προγόνων μου να μου ζεστάνει το πρόσωπο και τους ώμους. Τον αγέρα να με καλωσορίσει με χαστούκια στ’ αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Το χώμα, το χώμα. Το χώμα που πατούν τα πόδια μου. Το άγιο χώμα της Μεσαορίας, το ποτισμένο με αίμα και ιδρώτα χώμα, του τόπου μου!

«Τότε ο Οδυσσέας ξυπνά από τον ύπνο που κοιμόταν, στα χώματά του. Κι ωστόσο δεν την αναγνώρισε την πατρική του γη, τόσον καιρό που έλειψε στα ξένα. »

Μα εγώ την αναγνώρισα, την ξέρω την πατρική μου γη. Αιώνες κι αν έλειπα γνωρίζω κάθε μια της σπιθαμή. Τα χέρια και τα μάτια με οδηγούν σωστά. Είμαι μπροστά στο πατρικό μου κι είμαι εφτά χρονών και σχολνώ απ’ το σχολείο και με περιμένει η μάνα κι η γιαγιά με φαγητό αχνιστό κι αγκάλες. Είμαι στο σπίτι μου. Στους ίσκιους της βεράντας. Προχωρώ. Το γιασεμί είναι εδώ κι ας γέρασε. Τα είδε όλα. Τα βλέπει όλα. Βλέπει κι εμένα. Με αναγνωρίζει.. Τ’ αγριόχορτα, στον κήπο και στην αυλή. Το νούμερο του σπιτιού στον τοίχο. Από το λερωμένο τζάμι η ζωή μας, ταινία μαυρόασπρη. Κρυφοκοιτάζω. Είναι η μάνα μου εκεί; Είναι η ψυχή της ή δεν είναι τίποτα; Περπατώ στην αυλή. Ακουμπώ στον τοίχο του σπιτιού της γιαγιάς. Στο στάβλο, στο σσώσπιτο, στο φούρνο, στο σιμιντίρι. Ακουμπώ την ψυχή μου στο παρελθόν. Δεν ακούω τίποτα. Μόνο μυρωδιές. Όχι χρώματα, ούτε ήχους.

Μας ανοίγουν. Μπαίνω μέσα. Η κουζίνα. Η μάνα μου, νεαρή κοπελίτσα μαγειρεύει και μου χαμογελά. Είμαι εφτά χρονών και κάθομαι εκεί στο τραπέζι και τρώω με τ’ αδέλφια μου. Ανοίγω τα ντουλάπια. Μέσα είναι η προίκα της μάνας μου. Τα θυμάμαι πολύ καλά εκείνα τα φλιτζάνια με τις κοπέλες πάνω στις κούνιες, με τα ωραία φορέματα και τα ξανθά μαλλιά. Η μάνα μου δε μας άφηνε να τ’ ακουμπήσουμε. Ήταν το καλό της σερβίτσιο. Μα εγώ τις γνωρίζω πολύ καλά αυτές τις κοπέλες γιατί παίζω μαζί τους και τραγουδώ όταν κρυφά τρυπώνω στο σαλόνι και χαζεύω τα γυαλικά και τα σερβίτσια και τις φωτογραφίες. Φώτο Βασιλείου, Αμμόχωστος 1972. Γεννήθηκε ο αδερφός μου. Στη φωτογραφία χαμογελάμε. Από εκείνο το χαμόγελο μένει πια μόνο ο χαμός. Προχωρώ στο σαλόνι. Οι κουρτίνες κρέμονται από τα παράθυρα, θλιβερές, σκονισμένες, ξεχαρβαλωμένες μνήμες. Κόκκινο, βασιλικό βελούδο. Έτσι τις παράγγειλε η μάνα μου. «Μα δε βρέθηκε ένα χέρι να τις κατεβάσει και να τις πλύνει; Όπως τις έπλενε πάντα η μάνα μου με κρύο νερό και σαπούνι και μετά τις σιδέρωνε κι ύστερα ξυπόλυτη τις κρεμούσε πάλι με αργές κινήσεις σαν σε ιεροτελεστία.» Όλα με αργές κινήσεις να τα ζήσω θέλω, να μην τελειώσουν, να τα χορτάσω ακόμα λίγο.

Ξυπόλυτη πάνω σε κρύα μάρμαρα. Έτσι μου άρεσε να γυρίζω μέσα στα δωμάτια. Το πάτωμα. Τα μάτια μου ψάχνουν στο πάτωμα. Εκεί γκρέμισα το δίχρονο αδελφό μου και μάτωσαν τα χείλια του την ημέρα της εισβολής. Ήμασταν εκεί όταν ακούσαμε τους βομβαρδισμούς και τ’ αεροπλάνα. Σκούπισα με το φουστάνι μου το αίμα από το παρκέ, μην το δει η μάνα μου και στεναχωρηθεί. Στο υπνοδωμάτιό της. Δεν μ’ αφήνουν να μπω. Είναι κλειδωμένο. Το σέντε. Το σέντε ήθελα να το δω. Να το εξερευνήσω. Εκεί κρύβονταν τα φαντάσματα, το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα στολίδια του, η αμαξού και οι κούκλες μου. Τώρα πια μπορώ να πάρω μια καρέκλα και ν’ ανέβω να δω. Δεν είναι εδώ η μάνα μου, και τ’ αδέλφια μου δε θα με μαρτυρήσουν. Αρπάζω μια καρέκλα. Ανεβαίνω, μου φαίνεται πως ανεβαίνουν μαζί μου κι άλλοι, ψυχές που πλανιούνται στο χώρο. «Δεν γίνεται», είπε αυτός που μένει στο σπίτι μου. «Δεν μπορείς ν’ ανέβεις εκεί πάνω. Δεν το επιτρέπω». Κατεβαίνω από την καρέκλα, κάτω, χαμηλά στο πάτωμα. Κατεβαίνουν και οι άλλοι μαζί μου, πένθιμα.

Γιατί; Γιατί; Δεν υπάρχει απάντηση. Κι ούτε μ’ ενδιαφέρει αυτή την στιγμή. Τόσα ερωτήματα, τόσα χρόνια, έμειναν μετέωρα, αναπάντητα. Αυτό, γιατί ν’ απαντηθεί; Τι σημασία έχει άλλωστε τώρα πια; «Δεν επιτρέπεται.» Τελεία και παύλα. Κι είχα μια κρυφή ελπίδα πως θα ‘βρισκα εκεί πάνω τη τσάντα μου τη σχολική με τα βιβλία μου της Πρώτης Δημοτικού και τα τετράδια με τα στρογγυλά γράμματα. Νομίζω, πως γι’ αυτήν ήρθα και αυτήν αναζητούσα τόσα χρόνια.

Μα δεν είναι εδώ. Το σπίτι είναι εδώ μα η ζωή μας, όχι. Τα έπιπλα είναι εδώ, μα τα κορμιά μας όχι. Η ψυχή μου είναι εδώ εγκλωβισμένη και ήρθα να την ελευθερώσω. Ήρθα να ανοίξω τα παράθυρα, να φύγει επιτέλους, να πετάξει ελεύθερη όπου θέλει. Να βλέπει κι άλλα όνειρα, όχι μονάχα όνειρα προσφυγικά.
Βγαίνω έξω. Πνίγομαι. Στην αυλή πίσω απ’ τα αγριόχορτα ήταν το ανάχωμα. Το είχα ξεχάσει εντελώς. Και τώρα να το. Ζωντανεύει και τούτη η μνήμη, μαζί του ζωντανεύει κι ο παππούς μου. Τρεις μέρες και τρεις νύκτες έσκαβε με τον δεκαεξάχρονο εγγονό του. «Εκεί μέσα θα κρυφτούμε όταν αρχινήσουν οι βομβαρδισμοί», είπε. Και ο λόγος του ήταν προσταγή. Κατεβαίνω με δέος τα έξι χωματένια σκαλοπάτια και ακουμπώ το δροσερό χώμα. Εκεί στα σκοτεινά, αφουγκράζομαι τις συζητήσεις των μεγάλων για το κακό που μας βρήκε. Για τους φόνους, τους βιασμούς, τα ορφανά, τους ανθρώπους που τους έδιωξαν από τα σπίτια τους. Αισθανόμουν ασφαλής εκεί, στο πρόχειρο καταφύγιο και ήξερα πως ο παππούς θα μας έσωζε. Τις κόρες του, τη γιαγιά και τα εγγόνια του. Οι γαμπροί του έλειπαν στον πόλεμο. Ποιον πόλεμο αλήθεια; Και με τι όπλα; Τους είδα τους θείους μου και τον πατέρα μου, να φεύγουν. Δεν γνώριζα πού πήγαιναν μα φοβήθηκα να ρωτήσω. Στο ανάχωμα έχουν φυτρώσει κίτρινες μαργαρίτες. Μια μυρμηγκοφωλιά στο βάθος και σαλιγκάρια στα τοιχώματα. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρθηκαν να κλείσουν το μικρό λαξευτό τάφο. Ποιος ξέρει γιατί. Ίσως κάποια παιδιά να παίζουν ακόμα κρυφτό εδώ μέσα, ίσως και να φτιάχνουν γιρλάντες με τις μαργαρίτες.

Βγαίνω έξω, φεύγω. Κλείνω αργά την καγκελόπορτα πίσω μου. Τότε, την έκλεισε η γιαγιά μου. Πήρε μαζί της τα κλειδιά. «Γιαγιά μου, δεν κατάφερες να επιστρέψεις. Έφυγες. Κι ο παππούς. Κι η μάνα μου. Μα αν ερχόσουν τώρα μαζί μας θα ‘ταν χειρότερα γιατί το σπίτι σου, τα κλήματά σου, το νοικοκυριό σου δεν είναι πια εδώ. Ή μήπως έχετε έρθει ήδη πριν από μένα;»

Ο άνθρωπος, μας φέρνει δυο τρεις φωτογραφίες και μας τις δίνει. Οικογενειακές φωτογραφίες. Η θεία Νιόβη με το θείο Λούκα, τη μέρα του γάμου τους. «Σου μοιάζει η γυναίκα», λέει. «Μόλις σε είδα θυμήθηκα τη φωτογραφία». Ο ξάδελφός μου, ο Μιχάλης με κοντό παντελόνι και τιράντες. Στηρίζεται πάνω σε μια κολόνα. «Φώτο Βασιλείου, Αμμόχωστος, 1970». Τις αρπάζω. Να τις πάρω μαζί μου θέλω. Οι φωτογραφίες είναι η μνήμη, είναι οι άνθρωποι. Δεν ταιριάζουν εδώ. Πρέπει να τις πάρω μαζί μου. Τι να τις κάνει ο ξένος; Γιατί τις φύλαξε άραγε; Ο άνθρωπος σκύβει να μου κόψει ένα κλαδί γιασεμί. Να το φυτέψω λέει. Θα πιάσει. Δεν το παίρνω. Δεν το θέλω. Να μείνει εκεί που είναι. Εγώ έφυγα πριν τόσα χρόνια. Μεγάλωσα. Τώρα πια δεν είμαι εφτά χρονών.

Η εκκλησία του Αη-Γιώρκη είναι μπροστά μου. Το σπίτι μου είναι χτισμένο απέναντι από το καμπαναριό. Πηδώ πάνω από την καγκελόπορτα της εκκλησιάς αφού την έχουν δεμένη με χοντρές σκουριασμένες αλυσίδες. «Σαράντα χρόνια αλυσοδεμένη η καγκελόπορτά σου Αη-Γιώρκη μου, γιατί δεν πήρες τ’ άλογο και το σπαθί σου; Γιατί δεν έγινες κοφίνι γεμάτο φωτιά να σε δουν και να σε προσκυνήσουν; Πώς άντεξες όλα τούτα τα χρόνια μόνος σου γεράκο μου; Πού κρύφτηκες; Γιατί εσύ δεν ήρθες μαζί μας. Ήσουν εδώ. Έμεινες να προσέχεις το χωριό είπε η γιαγιά». «Και δε θα πειράξουν τα σπίτια μας κόρη μου. Φοβούνται τον Άγιο». Αυτά έλεγε η γιαγιά μου, η Αγγελού, που τον ήξερε τον Άγιο μας γιατί μιλούσε μαζί του κάθε δειλινό και μας κάπνιζε με φύλλα ελιάς λέγοντας ξόρκια κι ευχές αρχαίες, που σίγουρα τα ‘χε μάθει από τον Άγιό μας. «Σαν τρέχει ο νήλιος, σαν τρέχουν τ’ άστρα, σαν τρέχει το φεγγάρι…» Μια μισοσπασμένη καρέκλα. Αυτή έμεινε στην εκκλησιά μας. Ούτε εικόνες, ούτε ξυλόγλυπτοι σκάμνοι, ούτε παγκάρι, ούτε τέμπλο, ούτε πολυέλαιοι. Τίποτα. Χώρος ασφυκτικά κενός, γεμάτος παρούσες απουσίες. Ο σταυρός στο καμπαναριό; Οι τοιχογραφίες; « Άη-Γιώρκη μου, πού πήγες; Έφυγες κι εσύ τελικά; Και τώρα ποιος θα προσέχει τα σπίτια και τα χωράφια μας;»

Στο δρόμο της επιστροφής δεν είμαι πια εφτά χρονών. Τα μάτια μου δεν είναι πια απύθμενα. Δεν ονειρεύομαι πια. Ξέρω! Είδα! Φεύγω από το σπίτι μου και δεν είμαι εφτά χρονών. Δε φοβάμαι και ξέρω πού θα πάω αυτή τη φορά. Περνώντας στο Νότο αισθάνομαι πως τέλειωσε ακόμα μια κηδεία. Έθαψα τις αναμνήσεις μου. Έκλαψα τους νεκρούς μου. Ξεχρέωσα με τις Ερινύες. Άνοιξα την πόρτα του σπιτιού που έκτισα με το σύντροφό μου. Τώρα είμαι σίγουρη. «Ξέχνα τα, ξέχασέ τα επιτέλους! Ή ξαναθυμήσου τα αλλιώς. Πρόσφυγας, δεν είσαι πρόσφυγας πια. Πρέπει να ξεκολλήσεις, να το ξεπεράσεις, να προχωρήσεις! Έκτισες μια καινούρια ζωή, ανήκεις εδώ, ανήκεις παντού, δεν ανήκεις πουθενά, είσαι ελεύθερη.»

«Μητέρα, τώρα ξέρω τι θα απαντώ όταν με ρωτούν από πού είμαι!» Ο γιος μου; Είναι ο γιος μου αυτός που μου μιλά; Είχα πάρει μαζί μου και τα παιδιά σ’ αυτό το ταξίδι; Μα πώς τα ξέχασα τόσες ώρες; Σε ποια ντουλάπια της μνήμης και της λήθης τα κλείδωσα; Τι λέει Θεέ μου; Και γιατί αυτά του τα λόγια με πληγώνουν; Γιατί αυτές του οι λέξεις, μου προκαλούν ρίγος και φόβο; Στ’ αυτιά μου αντηχούν από τα βάθη των αιώνων τα λόγια του Τηλέμαχου. «Αλλά του λόγου σου, τράβα στην κάμαρη σου και κοίτα τις δουλειές σου. Το τόξο όμως είναι των ανδρών υπόθεση, όλων και προπαντός δική μου, αφού σε μένα ανήκει το κουμάντο του σπιτιού».

«Γιε μου, γιε μου και πώς θα καταφέρεις να διώξεις εσύ και η γενιά σου τους μνηστήρες και τα μνημόνια από τον τόπο μας; Και δεν είναι πια απλά τα πράγματα. Ποτέ δεν ήταν άλλωστε. Δεν είναι καλύτερα να εργαστούμε όλοι μας για την ειρήνη, για την αλληλεγγύη; Έχουμε κουράγιο να θάψουμε κι άλλους νεκρούς; Έχουμε την πολυτέλεια να ορίζουμε τη μοίρα μας ακόμη; Και είναι το δίκιο με το μέρος μας ολότελα;»

Δεν ξέρω τι να πω. Ποιος την γνωρίζει την αλήθεια; Αυτό που βλέπω με τα μάτια της ψυχής μου πια, είναι ένας ήλιος που συνεχίζει ν’ ανατέλλει στον αρχαίο κάμπο της Μεσαορίας κάθε μέρα ολόχρυσος. Είναι τα χρυσαφένια σπαρτά που αιώνες τώρα φυτρώνουν και ωριμάζουν στα χωράφια. Ακούω τη θάλασσα, στοργική μητέρα, που συνεχίζει να τραγουδά το υπέροχο τραγούδι των κυμάτων σ’ όλες τις γλώσσες. Αφουγκράζομαι τον άνεμο να πολιορκεί τα διψασμένα δέντρα της πατρίδας μου. Τη βροχή, λυτρωτικά να πέφτει και να ξεπλένει τα σκονισμένα σπίτια της πατρίδας μου. Βλέπω παιδιά να περπατάνε σαν από πάντα, ξυπόλυτα στα χώματα. Να στέκονται στην άκρη κάποιου χωματόδρομου, να μας χαμογελούν και να κρατάνε κυκλάμινα και μιτσικόριδα. Αυτά τα μιτσικόριδα εναποθέτω με ευλάβεια κι ελπίδα στα χέρια των δικών μου των παιδιών. Δεν έχω κάτι άλλο.

φωτο: η δική μου διαδρομή το 2003.
Αγγέλα Καϊμακλιώτη

Read More

Λευκόνοικο

Το χωριό Λευκόνοικο βρίσκεται στο κατεχόμενο τμήμα της Αμμοχώστου, στην κεντρική πεδιάδα της Μεσαορίας και συνορεύει στα βόρεια με το χωριό Πλατάνι, στα δυτικά με το χωριό Ψυλλάτος, στ’ ανατολικά με τη Γύψου και στα νότια με τα Πυργά. Το χωριό ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος σε πληθυσμό οικισμός της επαρχίας Αμμοχώστου μετά τα Κάτω Βαρώσια και το Ριζοκάρπασόν, γι’ αυτό και αναφέρεται και ως κωμόπολη. Το 1973 το Λευκόνοικο είχε 2.116 κατοίκους οι οποίοι ήταν όλοι τους Έλληνες.
Η ονομασία του χωριού είναι σύνθετη, από το λευκός και οίκος, και καθαρά ελληνική. Οι λέξεις λευκός και οίκος την περίοδο της Φραγκοκρατίας αντικαταστάθηκαν από τις αντίστοιχες φράγκικες άσπρος και σπίτι – συνεπώς η αρχαιοπρεπής ονομασία του δειλοί την ύπαρξη του πριν την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Σύμφωνα με μία άποψη το χωριό οφείλει την ονομασία του στην παλαιά συνήθεια των κατοίκων του ν΄ασπρίζουν τα σπίτια τους με ασβέστη, ενώ σύμφωνα με άλλη εκδοχή στο χωριό υπήρχε κάποιος λευκός οίκος, ένα άσπρο σπίτι το οποίο δεν γνωρίζουμε πότε κτίστηκε. Ο ʼντρος Παυλίδης κάμνει μια τολμηρή υπόθεση ότι ο Λευκός Οίκος ήταν το τέμενος του θεού Απόλλωνος που βρέθηκε στο Λευκόνοικο, το οποίο ονομάστηκε έτσι (Λευκός Οίκος) από το γεγονός ότι ο Απόλλωνας ήταν ο θεός του φωτός, άρα πρέπει να θεωρήσουμε ότι το Λευκόνοικο υπήρχε από την αρχαιότητα.
Η Εκκλησία Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Πάνω Γειτονιά
Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας ήταν μια από τις εστίες επανάστασης κατά των κατακτητών λόγω της μιζέριας, της εξαθλίωσης, της ταπείνωσης και της οικονομικής αφαίμαξης του πληθυσμού από τους Φράγκους. Συγκεκριμένα γύρω στα 1400 μ.Χ. οι πειρατές και οι κουρσάρου λεηλατούσαν συνεχώς με τα καράβια τους τα παράλια της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου, χρησιμοποιώντας τα λιμάνια της Κύπρου για ανεφοδιασμό ενώ τα λάφυρα τ’ αγόραζαν οι Φράγκοι φεουδάρχες, οι οποίοι με την σειρά τους τα πουλούσαν είτε στους ντόπιους είτε σε ξένους.
Η εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ έχει μετατραπεί από τους Τούρκους σε αποθήκη
Αυτό είχε ώς αποτέλεσμα να εξαγριωθεί ο Σουλτάνος της Αιγύπτου, ο οποίος απείλησε τον Φράγκο βασιλιά Ιανό ότι αν δε λάβει μέτρα για την πάταξη της πειρατείας θα επιτεθεί εναντίον της Κύπρου. Ο τελευταίος δεν έλαβε υπόψη την προειδοποίηση του Σουλτάνου με αποτέλεσμα να επιτεθεί κατά της Κύπρου στα 1425 και να λεηλατήσει πόλεις και χωριά. Την επόμενη χρονιά (1426) πραγματοποίησε δεύτερη επίθεση κατά την οποία αιχμαλωτίσθηκε ο βασιλιάς Ιανός, θανατώθηκαν πολλοί φεουδάρχες, λεηλατήθηκαν πάλι οι πόλεις και τα χωριά. Οι Κύπριοι δεν άντεξαν, με αρχηγό ένα εξαίρετο παλικάρι από τη Μια Μηλιά, τον Ρε Αλέξη κήρυξαν την επανάσταση κατά των φεουδαρχών με κέντρο το Λευκόνοικο.
Η Εκκλησία του Σωτήρος στην Κάτω Γειτονιά
Οι Φράγκοι στέλνουν δικούς τους κληρικούς και δικούς μας, για να υπογράψουν συνθήκη με τους χωρικούς, αλλά τους ξεγελούν και με δόλο αποκεφαλίζουν τους αρχηγούς τους στην Λευκωσία, ενώ μέσα σε μια μέρα οι Φράγκοι έκοψαν πάνω από 9.000 μύτες συγγενών των επαναστατών για να τους εκδικηθούν, και άλλα τόσα κεφάλια. Ο Ρε Αλέξης συνεχίζει την σθεναρή αντίσταση με τα παλικάρια του, αλλά ηττάται στο χωριό Πέτρα του Διγενή. Ο ίδιος είναι από τους λίγους που σώζονται και καταφεύγει στα βουνά από όπου παρενοχλεί τους Φράγκους. Δυστυχώς όμως, κάποτε τραυματίζεται, συλλαμβάνεται αιχμάλωτος και απαγχονίζεται στις 12 Μαΐου του 1427.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας το Λευκόνοικο ήταν ένας από τους είκοσι τέσσερις μουκαττάδες, δηλαδή περιοχές που επιβαρύνονταν με ιδικούς φόρους για τη συντήρηση των ταγμάτων των γενιτσάρων που στάθμευαν στην Κύπρο.
Η εκκλησία του Σωτήρος έχει μετατραπεί σε τζαμί από τους Τούρκους
Το Λευκόνοικο αποτελείτο από δύο ενορίες, την Πάνω και την Κάτω Γειτονία όπου είχαν ως κύριες εκκλησίες εκείνη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και εκείνη της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Η εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ είχε επιβλητική εμφάνιση, μ’ ένα εξαίρετο ξυλόγλυπτο τέμπλο και με παλιές βυζαντινές εικόνες. Η μεγαλόπρεπη τοιχογραφία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ δέσποζε στο εσωτερικό της. Στην εκκλησία του Αρχαγγέλου γίνονταν όλες οι συναθροίσεις επ΄ευκαιρία διάφορων θρησκευτικών και εθνικών εορτών. Στην Κάτω Γειτονιά η εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ήταν μικρή αλλά γοητευτικά στολισμένη. Κοντά σε αυτήν την εκκλησία βρισκόταν το εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού με τα ξακουστά παλιά βημόθυρά του. Στο λόφο του Γυμνασίου δέσποζε μεγαλόπρεπα το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Το δε ξωκλήσι του Αγίου Θεοδώρου ήταν κτισμένο ανάμεσα σε τουρκικές περιουσίες. Σε μια γραφική τοποθεσία, σε λόφο βόρεια του χωριού, βρισκόταν το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, κοντά στο τούρκικο χωριό Μελούντα. Το ξωκλήσι του Αγίου Φωκά βρισκόταν, κι αυτό βόρεια του χωριού, κοντά στο τούρκικο χωριό Πλατάνι. Πολλές αρχαιότητες βρέθηκαν στην περιοχή αυτή. Τέλος, στα νότια του χωριού, ανάμεσα στο γυμνό κάμπο, βρισκόταν το μοναχικό ξωκλήσι της Αγίας Ζώνης (Αγία Κινούσα), κτισμένο σε τοποθεσία αρχαίου συνοικισμού.
Η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στην Κάτω Γειτονιά
Το Λευκόνοικο είναι η γενέτειρα του Βασίλη Μιχαηλίδη ο οποίος θεωρείται ως ο εθνικός ποιητής της Κύπρου. Έξω από την εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ υπήρχε ο ανδριάντας του Βασίλη Μιχαηλίδη και πίσω από αυτή ήταν το πατρικό σπίτι του ποιητή. Γεννήθηκε το 1849 και πέθανε το 1912. Τα γράμματα του ήταν λίγα. Πολέμησε ως εθελοντής στον πόλεμο του 1875 για το γνωστό αγροτικό ζήτημα στην Ηπειροθεσσαλία. Με πηγαίο λαϊκό αίσθημα και με εκφραστικό όργανο τη κυπριακή διάλεκτο. διεισδύει στη ψυχή του Κύπριου και αποδίδει τα πατριωτικά αισθήματα, τον έρωτα, τη ζωή.
Εκκλησία Τιμίου Σταυρού
Μια αξιοσημείωτη συνήθεια των Λευκονοιτών ήταν ότι κάθε Πέμπτη απόγευμα οι κρεοπώλες έσφαζαν ένα βόδι που το κεφάλι του έβαζαν μέσα σε λαμαρίνες μαζί με κομμάτια που δεν είχαν πολύ ψαχνό. Το Σάββατο το απόγευμα αφού πύρωναν τους φούρνους έβαζαν μέσα τις λαμαρίνες και το οφτόν ήταν έτοιμο την Κυριακή πρωί -πρωί, για ν’ απολαύσει η οικογένεια μετά την εκκλησία.
Υφαντά του Λευκονοίκου
Το Λευκόνοικο φημιζόταν για την υφαντική του τέχνη. Καθισμένες στον αργαλειό ή τη βούφα οι Λευκονοιτζιάτισσες έφτιαχναν τα περίφημα λευκονοιτζιάτικα υφαντά, που διακρίνονταν για τους έξοχους συνδυασμούς των χρωμάτων τους, τον πλούτο των σχεδίων τους και την απαράμιλλη τέχνη της κατασκευής τους. Κατασκευάζονταν κουρτίνες, κλινοσκεπάσματα, τραπεζομάντιλα, σιεμέδες και πετσετάκια που έδιναν στο λευκονοιτζιάτικο σπίτι χάρη και ομορφιά.
Γυμνάσιο Λευκονοίκου
Το Γυμνάσιο του Λευκονοίκου είναι κτισμένο στον λόφο του Προφήτη Ηλία. Ιδρύθηκε το 1933 με την επωνυμία «Εμπορικό Κολλέγιο Λευκονοίκου» και για δυο χρόνια λειτούργησε σαν ιδιωτική σχολή. Μετά έγινε κοινοτική και ονομάστηκε «Καμίντζειος Ανωτέρα Σχολή Λευκονοίκου», προς τιμήν του μεγάλου ευεργέτη της Γεωργίου Καμιντζή.
NOCTOC

Read More

Το Λεονάρισσον

Το Λεονάρισσον είναι κατεχόμενο χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου, στην περιφέρεια της Καρπασίας, μεταξύ της Κώμης του Γιαλού και της Γιαλούσας. Συνορεύει στα βόρεια με τον Κοιλάμενο, στα νότια με τη Κώμη του Γιαλού, στα δυτικά με τον Πλατανισσό και στ’ ανατολικά με τον Βαθύλακα. Είναι χωριό αμιγές ελληνικό κτισμένο σε λοφώδη περιοχή που αποτελεί προέκταση του Πενταδακτύλου. Κατά το 1973, ένα χρόνο πριν τη τουρκική εισβολή, το Λεονάρισσον είχε 617 κατοίκους. Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία. Το 1974 στο Λεονάρισσον περέμειναν πολλοί εγκλωβισμένοι (420) οι οποίοι κάτω από τις απειλές των Τούρκων σταδιακά το εγκατέλειψαν.
Το χωριό υφίστατο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και βρίσκεται σημειωμένο σε παλαιούς χάρτες ως Lonarso ή και Ionarso, πράγμα που ενισχύει την άποψη του Νεάρχου Κληρίδη ότι είχε πάρει τη σημερινή του ονομασία από το όνομα του Φράγκου φεουδάρχη που το κατείχε. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας το Λεονάρισσον ήταν φέουδο, όμως δεν γνωρίζουμε σε ποια οικογένεια ευγενών ανήκε γι’ αυτό δεν μπορούμε να δεχθούμε με βεβαιότητα την άποψη ότι οφείλει την ονομασία του στους μεσαιωνικούς ιδιοκτήτες τους. Ο ʼντρος Παυλίδης υποστηρίζει μια άλλη άποψη που θέλει τ’ όνομα του χωριού να είναι καθαρά ελληνικό.Σύμφωνα με αυτήν, η ονομασία του χωριού είναι σύνθετη από το λέων και άλσος (=δάσος). Το Λεονάρισσον είναι επομένως το άλσος του λιονταριού. Η λέξη άλσος είναι αρχαία και η χρήση της εύλογη αφού στην περιοχή βρέθηκαν πολλές αρχαιότητες άρα το χωριό έχει αρχαία ονομασία που παρεφθάρη τον καιρό της Φραγκοκρατίας.
Στην περιοχή του χωριού βρέθηκαν αντικείμενα που χρονολογούνται από τα Νεολιθικά χρόνια, ενώ το 1914 διερευνήθηκε και χώρος που τα κατάλοιπά του είναι της Τελευταίας εποχής του χαλκού. Ο Αθανάσιος Σακελλάριος, που μελέτησε τα ερείπια της περιοχής κατά τον 19ο αιώνα, σημειώνει την άποψη ότι στην περιοχή πιθανός να βρισκόταν αρχαίος ναός. Στην τοποθεσία Περιστεφάνη βρέθηκαν μέλη αγαλμάτων, άρα ίσως ο ναός να υπήρχε εκεί, ενώ στην τοποθεσία Μαζάρες βρέθηκαν ερείπεια άγνωστης πολιτείας, λίθοι ακατέργαστοι, λίθοι ελαιοτριβείων καθώς και τάφοι. υπήρχαν δε και δυο αγάλματα του 3ου ίσως αιώνα π.Χ. που είχαν τοποθετηθεί στον αστυνομικό σταθμό.
Το Λεονάρισσον είχε δυο εκκλησίες, εκ των οποίων η μία ήταν αφιερομένη στον ʼγιο Αντώνιο και η άλλη στον ʼγιο Δημήτριο. Στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου γινόταν μεγάλο πανηγύρι στις 26 Οκτωβρίου. Από το Λεονάρισσον μάλιστα ξεκίνησε η μεγάλη εθνική εξέγερση των Κυπρίων κατά των ʼγγλων (τα ονομαζόμενα Οκτωβριανά) την 21 Οκτωβρίου του 1931, όπου ομιλητές, εκμεταλλευόμενοι την μεγάλη εμποροπανήγυρη που γινόταν στις 26 Οκτωβρίου και τη μεγάλη συγκέντρωση του λαού, μίλησαν κατά των κατακτητών εξεγείροντας τα πλήθη.
NOCTOC

Read More

Αμμόχωστος

Ανδρέας Καλλής (Φιλόλογος, Δημοτικός Σύμβουλος)
Η Αμμόχωστος βρίσκεται στα ανατολικά της Κύπρου σε ένα στρατηγικά σημαντικό γεωπολιτικό χώρο, εκεί που πραγματικά σμίγει η Ανατολή με τη Δύση, στο σταυροδρόμι θάλεγα τριών ηπείρων, της Ευρώπης της Αφρικής και της Ασίας και έχει ο χώρος αυτός 36 αιώνες ιστορίας και πολιτισμού: για χίλια χρόνια ήταν η πρωτεύουσα της Κύπρου και σε καιρούς ακμής κατόρθωσε να ενώσει και τα δώδεκα βασίλεια της αρχαίας Κύπρου.
Η σημερινή Αμμόχωστος , νυν δοριάλωτος είναι συνέχεια μιας σειράς άλλων πόλεων που από τον 17ο αιώνα π.χ. ως το 1974 διαδραμάτισαν τον πιο σημαντικό ρόλο στην όλη ιστορική πορεία της Κύπρου μας.
Σύμφωνα με την αρχαιολογία και την ιστορία στην περιοχή της σημερινής Αμμοχώστου τον 17ο αιώνα π.χ. ιδρύθηκε η ¨Εγκωμη από μια ομάδα γεωργών και τεχνητών του χαλκού κοντά σε αρχαιότερη πόλη , την Αλασία.Η Εγκωμη όπως απέδειξαν οι ανασκαφές αναπτύχθηκε πολύ και έζησε πέντε αιώνες και σε αυτή ήρθαν και εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι Έλληνες, Μυκηναίοι και Αχαιοί.Οι ανασκαφές έφεραν σε φως αρχοντικές κατοικίες και επιβλητικά κυκλώπεια τείχη.Η Έγκωμη καταστράφηκε από τους λεγόμενους << λαούς της θάλασσας >> και οι κάτοικοι της μετακινήθηκαν πιο κοντά στην θάλασσα.
Ο Νομπελίστας ποιητής , μεγάλος φίλος της Κύπρου, Γιώργος Σεφέρης που επισκέφτηκε την Κύπρο τρείς φορές και έγραψε πολλά ποιήματα για την Κύπρο έγραψε και ένα θαυμάσιο ποίημα για την αρχαία Έγκωμη.
Κοντά στην θάλασσα κτίζεται νέα πόλη η περίφημη Σαλαμίνα,Σύμφωνα με την παράδοση ιδρυτής της πόλης ο Τεύκρος, γυιος του βασιλιά της Ελλαδικής Σαλαμίνας Τελαμώνα, που έφθασε στην Κύπρο ύστερα από το τέλος του τρωικού πολέμου και εγκαταστάθηκε στο νησί μας ,γιατί ο πατέρας του δεν του επέτρεψε να επιστρέψει στην πατρίδα του επειδή δεν προφύλαξε τον αδελφό του Αίαντα από την αυτοκτονία .
Η Σαλαμίνα για χίλια χρόνια υπήρξεν η πρωτεύουσα της Κύπρου και το βασίλειο της το σημαντικότερο από τα δώδεκα ελληνικά βασίλεια που υπήρχαν σε ολόκληρο το νησί.Στη Σαλαμίνα βασίλευαν περίφημοι βασιλείς μεταξύ των οποίων ο Ονήσιλος και ο Ευαγόρας ο Α΄. Όλοι τους πολέμησαν τους ξένους κατακτητές και έμειναν στην ιστορία της Κύπρου ως σύμβολα αιώνια αγώνων για λευτεριά.Ο Ονήσιλος στον αγώνα του ενάντια στους Πέρσες είχε πολύ τραγικό τέλος .αποκεφαλίστηκε και στο κεφάλι του οι μέλισσες έφτιαξαν κηρήθρα που στο μαντείο των Δελφών χρησμοδότησε πως έπρεπε να ταφεί με τιμές.
Ο Ευαγόρας ο Α΄υπήρξε μια πανελλήνια πολιτική και πνευματική προσωπικότητα. Ο μεγάλος Αθηναίος ρήτορας Ισοκράτης του αφιερώνει ολόκληρο εγκώμιο και οι Αθηναίοι τον τιμούν με διάφορους τρόπους.Είναι αυτός που από τους πρώτους συνέλαβε την ιδέα της πανελλήνιας ένωσης και καλλιέργησε όσο κανένας άλλος τα ελληνικά γράμματα και διατήρησε τα ήθη και τα έθιμα του ελληνικού λαού στη Σαλαμίνα της Κύπρου.Οι κορυφαίες δραστηριότητες του Ευαγόρα ήταν να εκριζώσει τα φιλοπερσικά αισθήματα και να εδραιώσει το φιλελληνικό πνεύμα.Τη σαλαμίνα και ολόκληρο το νησί από τους Πέρσες ελευθέρωσε τελικά ο άλλος μεγάλος του ελληνισμού στρατηλάτης, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο γυιός του Φίλιππου βασιλιά της Μακεδονίας που τόσο άτεχνα, κι αδέξια μερικοί << άσπονδοι φίλοι >> της Ελλάδας προσπαθούν να υποστηρίξουν όσους εσκεμμένα παραχαράσσουν και πλαστογραφούν την ιστορία της Ελληνικής Μακεδονίας.
Μετά τον Μ. Αλέξανδρο, στην Σαλαμίνα και σε ολόκληρη την Κύπρο έρχονται οι διάδοχοι του οι Πτολεμαίοι. Ακολουθεί η ρωμαική κυριαρχία με κύριο χαρακτηριστικό της την υπεροχή του ελληνικού πνεύματος πάνω στο ρωμαικό ακριβώς όπως συνέβηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα . Οι βυζαντινοί χρόνοι στερεώνουν τη χριστιανική θρησκεία και είναι πολλά τα δείγματα του βυζαντινού πολιτισμού σε ολόκληρη την Κύπρο.Ακολουθούν οι Λουζινιανοί , οι Ενετοί, οι Τούρκοι οι Αγγλοι και επανέρχονται σκληρότεροι οι Τούρκοι.
Τον Χριστιανισμό στην Κύπρο διέδωσαν οι Απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας.Ο Βαρνάβας ήταν Σαλαμίνιος και κοντά στην Σαλαμίνα βρίσκεται ο τάφος του Αποστόλου Βαρνάβα και το ομώνυμο μοναστήρι του. Θεωρείται ο ιδρυτής της Κυπριακής εκκλησίας.Κατά την παράδοση ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Ανθέμιος το 488μ.χ. οραματίστηκε τον Απόστολο Βαρνάβα που του υπόδειξε το μέρος που ήταν θαμμένος.Τον βρήκε κάτω από μια χαρουπιά με το κατά Μάρκο Ευαγγέλιο στο στήθος του. Το Ευαγγέλιο το πρόσφερε σαν δώρο στον αυτοκράτορα του βυζαντίου Ζήνωνα, ο οποίος παρεχώρησε στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου αυτοκρατορικά προνόμια και στην Εκκλησία της Κύπρου το Αυτοκέφαλο .Από τότε η Εκκλησία της Κύπρου είναι Αποστολική και Αυτοκέφαλη και οΑρχιεπίσκοπος Κύπρου, κρατά αυτοκρατορικό σκήπτρο, φορεί κόκκινο μανδύα στις επίσημες τελετές και υπογράφει με κόκκινο μελάνι.
Η Σαλαμίνα καταστρέφεται από σεισμούς αλλά μέχρι τώρα είναι ο σπουδαιότερος αρχαιολογικός χώρος της Κύπρου μαζί με την Πάφο.Αφήσαμε ένα θαυμάσιο υπαίθριο θέατρο εφάμιλλο μ΄ εκείνο της Επιδαύρου καθώς και το περίφημο Γυμνάσιο με τις χαρακτηριστικές κολώνες του.
Την Σαλαμίνα διαδέχεται η Κωνστάντια που ονομάστηκε έτσι από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνστάντιο τον Β’. Είχε περίφημο ναό, την επτάκλιτη βασιλική του Αγίου Επιφανίου.
Οι αραβικές επιδρομές πολλές και συνεχείς κατέστρεψαν και την Κωνσταντία και οι κάτοικοι της όσοι διασώθηκαν μετακινήθηκαν νοτιότερα και εγκαταστάθηκαν στην Αρσινόη την οποία είχε κτίσει ο Πτολεμαίος Φιλάδελφος ο Β’ προς τιμή της συζύγου και αδελφής του Αρσινόης. Η Αρσινόη παραμελήθηκε και χώστηκε στην άμμο και είναι αυτή που μετονομάστηκε ύστερα Αμμόχωστος, η πόλη η χωμένη στην άμμο, η δική μας πόλη.
Με την παρακμή της Σαλαμίνας, της Κωνσταντίας, της Αρσινόης αρχίζει η ακμή της Αμμοχώστου. Γίνεται αρχιεπισκοπική έδρα και αποκτά μεγάλη δόξα και οι κάτοικοι της αμύθητα πλούτη. Η περίοδος 1191 μ.Χ θεωρείται η πρώτη χρυσή περίοδος της Αμμοχώστου. Λέγεται ότι είχε εκατό χιλιάδες κατοίκους οι οποίοι ήσαν όλοι τους πάμπλουτοι. Κάποιος ξένος περιηγητής της εποχής έγραψε για την Αμμόχωστο. «Είναι η πλουσιότερη απ’ όλες τις πόλεις και οι κάτοικοι της οι πλουσιότεροι απ’ όλους τους ανθρώπους. Κάποτε ένας Αμμοχωστιανός που αρραβώνιασε την κόρη του, της φόρεσε στο κεφάλι χρυσή κορώνα με τόσα πολλά κοσμήματα που οι Γάλλοι όταν την είδαν είπαν ότι η αξία της ξεπερνούσε όλα τα κοσμήματα της Γαλλίας».
Ο γνωστός χρονογράφος της εποχής αυτής Λεόντιος Μαχαιράς γράφει κάπου στην Κρόνικα του για κάτοικο της Αμμοχώστου: «Σκορπίζει τα μαργαριτάρια και τις πολύτιμες πέτρες σαν να ήταν σιτάρι». Η Αμμόχωστος της εποχής εκείνης είναι μοναδικό κοσμοπολίτικο κέντρο. Λέγεται πως ακούονταν μέσα στην πόλη εκατό διαφορετικές γλώσσες. Θαυμάσιες κατοικίες, μεγαλοπρεπείς ναοί στόλιζαν την πόλη και πανίσχυρα τείχη με πύργους και επάλξεις της έδιναν ασφάλεια και ξεχωριστή γραφικότητα. Στα ενετικά τείχη της Αμμοχώστου βρίσκεται ο πύργος του Οθέλλου και πάνω στην πύλη βρίσκεται εντοιχισμένο το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, που λέγεται πως άνοιγε το στόμα του μια φορά το χρόνο. Ο πρώτος που προλάβαινε να βάλει το χέρι του στο στόμα του εύρισκε μεγάλο θησαυρό. Στα χρόνια μου στο «λιονταρούϊ» παραπεμπόταν όποιος είχε παράπονο.
Ο Πύργος του Οθέλλου οφείλει την ονομασία του στον σαιξπηρικό ήρωα της ομώνυμης τραγωδίας ο οποίος έπνιξε από ζήλια την βενετσιάνα σύζυγο του Δυσδεμόνα.
Λέγεται ακόμη πως στην Αμμόχωστο υπήρχαν όπως και στην Κωνσταντινούπολη τριακόσιες εξήντα πέντε εκκλησιές που λειτουργούσαν μια κάθε μέρα. Περίφημος ναός που διασώζεται ως τα σήμερα είναι ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου γοτθικής αρχιτεκτονικής, μοναδικού κάλλους και μεγαλοπρέπειας. Εδώ στέφονταν οι βασιλείς και της Ιερουσαλήμ και της Κύπρου. Σήμερα είναι τζαμί.
Η ιστορική πορεία της Αμμοχώστου συνεχίζεται και ακολουθεί την τύχη της υπόλοιπης Κύπρου. Ακολουθεί μια αντίστροφη μέτρηση με πλήθος από μηχανογραφίες και εκπτώσεις αξιών. Η Αμμόχωστος που άλλοτε ήταν η πρώτη, η χρυσή πόλη, περνά δύσκολους χρόνους και οι κάτοικοί της από πλούσιοι γίνονται πάμφτωχοι.
Ο Σουλτάνος Σελίμ Β’ στέλλει το 1570 τελεσίγραφο που ζητούσε να του παραδώσουν οι Ενετοί την Κύπρο.
«εάν θέλετε να αποφύγετε τας επικείμενας δυστυχίας του πολέμου, τι είναι η Κύπρος παρά ένας σκόπελος». Οι Ενετοί αρνούνται και στις 3 Ιουλίου 1570 οι Τούρκοι αποβιβάζονται στην Κύπρο και την καταλαμβάνουν εκτός από την Αμμόχωστο που την πολιορκούν για ένα χρόνο για να πέσει στα χέρια των Τούρκων τον Αύγουστο του 1571. Ειρωνεία της κακής τύχης. Γιατί και εμείς οι σύγχρονοι Αμμοχωστιανοί εγκαταλείψαμε την Αμμόχωστο τον Αύγουστο του 1974.
Από το 1574 οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν σε Χριστιανούς να κατοικούν μέσα στην Αμμόχωστο. Έτσι αναγκαστικά από τότε οι Χριστιανοί άρχισαν να κατοικούν έξω από την Αμμόχωστο, νοτιότερα σε προάστιο (βαρούς στα τούρκικα) στα Βαρώσια που επέπρωτο να επεκταθεί και ν’ αναπτυχθεί τόσο έτσι που πριν από την τούρκικη εισβολή του 1974, τα Βαρώσια ή το Βαρώσι, η νέα Αμμόχωστος να γίνει ένα μοναδικό κοσμοπολίτικο κέντρο στην ανατολική Μεσόγειο. Τριακόσια επτά χρόνια διάρκεσε η πρώτη τουρκική κατοχή ως το 1878 μ.Χ, όταν η Κύπρος πουλήθηκε από τους Τούρκους στους ʼγγλους έναντι ενός πολύ μικρού ποσού και το 1925 έγινε επίσημα αποικία των ʼγγλων. Αξίζει να αναφερθεί και πως στην πρώτη τούρκικη κατοχή, οι Τούρκοι έφεραν εποίκους για να αυξήσουν τον τούρκικο πληθυσμό σε βάρος του Ελληνικού.
Το Βαρώσι (η νέα Αμμόχωστος) στην αρχή και το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα ήταν μια μικρή κωμόπολη και όχι πόλη. Οι κάτοικοι του ήσαν κηπουροί, αγγειοπλάστες, μικροτεχνίτες, εργάτες και πολύ λίγοι επιστήμονες ή κάποιου μορφωτικού επιπέδου.
Η ανάπτυξη της Αμμοχώστου, θεαματική και αλματώδης στον οικονομικό, τουριστικό και πνευματικό τομέα αρχίζει μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου πολέμου και ιδιαίτερα ύστερα από τον απελευθερωτικό αγώνα του Κυπριακού λαού 1955-1959 και την ανακήρυξη της Κύπρου σε Ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία τον Αύγουστο του 1960 με πρώτο πρόεδρο τον αείμνηστο Μακάριο τον Τρίτο. Η περίοδος 1960 ως το 1974 είναι μια άλλη χρυσή περίοδος για την Αμμόχωστο. Το άλλοτε μικρό Βαρώσι η νέα πόλη της Αμμοχώστου από το 1960 έγινε μια όμορφη πόλη με 45 χιλιάδες κατοίκους που όλοι μαζί δουλεύαμε για να την αναδείξουμε σε πρώτη πόλη στην τουριστική κυρίως βιομηχανία. Το 80% των τουριστικών κλινών όλης της Κύπρου, πριν από την εισβολή του 1974 βρισκόντουσαν στην Αμμόχωστο.
Η Αμμόχωστος ήταν μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη που έσφυζε από ζωή και που χιλιάδες τουρίστες εύρισκαν φιλοξενία στα άνετα και πολυτελή της ξενοδοχεία και απολάμβαναν τη ζεστή γαλανή της θάλασσα με την ανεπανάληπτη χρυσή αμμουδιά της. Παντού σε όλη την Αμμόχωστο αναγείρονταν πριν από την εισβολή νέες κατοικίες, νέα δημόσια κτίρια και εκπαιδευτήρια, νέα ξενοδοχεία και ξενοδοχειακά διαμερίσματα, νέα μεγάλα γραφεία με εντελώς σύγχρονο εξοπλισμό. Το λιμάνι της το μεγαλύτερο της Κύπρου. Τα 75% των εισαγωγών και εξαγωγών περνούσαν από το λιμάνι της Αμμοχώστου. Ποιος αλήθεια από εμάς τους Αμμοχωστιανούς είναι δυνατόν να ξεχάσει τη Λεωφόρο Κέννεντυ που έσφυζε από ζωή μέρα και βράδυ, τα καλλιμάρμαρα μέγαρα του Λυκείου Ελληνίδων Αμμοχώστου του Γυμνασίου Αμμοχώστου, το Δημοτικό Μέγαρο, τη Δημοτική Βιβλιοθήκη και Πινακοθήκη, το Μουσείο, τις εκκλησίες του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Ζώνης, του Τιμίου Σταυρού, του Αγίου Μέμνονος, της Αγίας Παρασκευής, της Χρυσοπολίτισσας, της Αγίας Αικατερίνης, του Αγίου Λουκά, του Αγίου Γεωργ ίου, του Αγίου Ιωάννη και της Αγίας Τριάδας. Ποιος αλήθεια από τους Αμμοχωστιανούς θα ξεχάσει το σπίτι που γεννήθηκε, την γειτονιά που πρωτόπαιξε, τα σχολεία που φοίτησε, την πόλη που τον ανάθρεψε
Αυτήν την όμορφη πόλη, την Αμμόχωστο, εγκαταλείψαμε στις 14 Αυγούστου 1974 ύστερα από ένα ανόητο, προδοτικό πραξικόπημα της στρατιωτικής χούντας των Αθηνών και στις 20 του ίδιου μήνα εισβολή των τούρκων στο νησί. Εμείς οι Αμμοχωστιανοί γίναμε τραγικά θύματα του τουρκικού αττίλα που ανελέητα και αδιάκριτα βομβάρδισε ολόκληρη την πόλη ύστερα από την φυγή μας. Πήραμε το δρόμο της πικρής προσφυγιάς. Η Αμμόχωστος με το πέρασμα 34 σχεδόν χρόνων τώρα κατάντησε να είναι μια έρημη βουβή πόλη, χωρίς τους μόνιμους κατοίκους της.
Γράφει σχετικά σουηδός δημοσιογράφος:
«Η άσφαλτος στους δρόμους της έχει σχισθεί κάτω από τον ζεστό ήλιο και στα πεζοδρόμια έχουν βλαστήσει θάμνοι. Σήμερα τα τραπέζια είναι ακόμα στρωμένα, οι μπουγάδες απλωμένες και οι λαμπτήρες των δρόμων εξακολουθούν να ανάβουν».
Στην προσφυγιά οι Αμμοχωστιανοί, όπως όλοι οι κύπριοι πρόσφυγες, επαναδραστηριοποιήθηκαν μ’ έναν τρόπο που φανερώνει την εργατικότητα, την επιμονή και την αποφασιστικότητα των κυπρίων να ζήσουν και να επιβιώσουν στην γη των πατέρων τους. Όμως όλους μας λείπει το σημείο αναφοράς. Μένουμε όλοι χωρίς εξαίρεση οι Αμμοχωστιανοί νοσταλγοί και λάτρεις της Αμμοχώστου. Θέλουμε να επιστρέψουμε στην πόλη μας, αναμένουμε σύντομα το «νόστιμο ήμαρ» για να το μετατρέψουμε σε κάλλιστο. Η Αμμόχωστος που τώρα αγναντεύουμε από τα φτιαχτά ψεύτικα σύνορα της Δερύνειας, είναι εκεί και μας περιμένει.
Η Αμμόχωστος είναι πόθος και αγάπη. Είναι μια πόλη όμορφη και στο λυκαυγές και στο απομεσήμερο και στο λυκόφως. Είναι η αγαπημένη πόλη μας και σ’ αυτή οπωσδήποτε θα επιστρέψουμε.
( απο το Αμμόχωστος tennis club)

Read More

Σπήλαιο της Αγίας Αικατερίνης

hist_037cΌσα κορίτσια πηγαίναμε στο Γυμνάςιο Θηλέων θυμόμαστε πολύ καλά που χωνόμαστε στο Σπήλαιο της Αγίας Αικατερίνης να ανάψουμε κερί πριν απο κάθε διαγώνισμα! Βέβαια αν ήσουν αδιάβαστη καθόλου δεν βοηθούσε αυτό αλλά εμείς σταθερές ……ανάβαμε το κερί μας !
Ο νεώτερος τρουλλαίος ναός της Αγίας Αικατερίνης και κυρίως το σπήλαιο, ήταν ένα δημοφιλές προσκύνημα των Βαρωσιωτών και ειδικά των μαθητριών του παρακείμενου Γυμνασίου Θηλέων Αμμοχώστου. Η Αγία Αικατερίνη υπαγόταν στον Καθεδρικό ναό του Αγίου Νικολάου.

Read More